Το Ηθικό Δίδαγμα: Ο ζηλόφθονος Γιάννης

ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ ΑΠΟΨΕΙΣ

Του Δημήτρη Βαλάντη Καραμπουρούνη

Αποφάσισα φίλες και φίλοι να γράφω που και που ιστορίες που έχω ζήσει αλλά ελαφρώς “πειραγμένες” ως προς τα ονόματα και τις καταστάσεις, όμως με το ηθικό δίδαγμα που θα πρέπει στο τέλος να μάθετε.

Ξεκινάμε αυτή την ενότητα εδώ στο InThess.gr με την ιστορία του “Zηλόφθονου Γιάννη”…

Πριν καμιά δεκαριά χρόνια είχα ανοίξει μία εταιρεία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στα λουλουδάδικα.

Τότε όπως και τώρα φυσικά, ήταν πολύ δύσκολο να βρεις γραφείο σε εμπορική περιοχή που να ήταν νορμάλ γιατί τα περισσότερα συνήθως ήτανε κάτι άθλιες τρώγλες με χαλασμένα παράθυρα, γκρεμισμένα τοιχεία, σάπια πατώματα και σε γενικές γραμμές τα ενοίκια τους παρ’ ότι μέσα δεν έμπαινε ούτε ποντικός, άγγιζαν τότε τα 200 και 300 ευρώ.

Έγώ από μικρός είχα μάθει να βγάζω χρήματα από το πουθενά, έτσι οποιαδήποτε εργασία και αν έκανα ήταν πάντοτε χαμηλού κόστους “low budget” όπως θα λέγανε και οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι.

Ψάχνοντας στην περιοχή για γραφείο βρήκα ένα ενοικιαστήριο όπου ο τύπος που το είχε τοποθετήσει ήταν ένας ελεεινός τσιγκούνης και χρηματομανής μέχρις τελικής αηδίας! Όμως το ενοίκιο ήταν μόλις 80 ευρώ.

Ο Δημητράκης όπως τον έλεγε ο ξαδελφός του, έταιρος Σκρουτζ της περιοχής, ήθελε να του πληρώνω τρεις μήνες προκαταβολή δηλαδή σχεδόν όσο θα έδινα για ενοίκιο σε κάποιο άλλο γραφείο και φυσικά συμφώνησα.

Έτσι ενοικίασα ένα γραφείο στο 5ο όροφο μιας οικοδομής της οδού Κομνηνών και εκεί έστησα πολύ γρήγορα την επιχείρησή μου η οποία άρχισε να δουλεύει σαν Ελβετικό ρολόι μέσα σε δύο περίπου μήνες.

Τα υπόλοιπα γραφεία του ορόφου, εννιά στο σύνολο στην πλειοψηφία τους ήταν γραφεία δικηγόρων, ο ένας από αυτούς ήταν από τους εξαιρετικούς επαγγελματίες, ανιψιός παλιού λαϊκού τραγουδιστή, ο οποίος συνεργαζόταν με διάφορες τράπεζες για τις εισπράξεις των οφειλών τους από καταναλωτές δανείων, ο άλλος ήταν ένας δικηγόρος σαν όλους τους άλλους με τη μόνη διαφορά ότι η αδυναμία του ήταν να επιδεικνύει οτιδήποτε και αν έκανε και ο τρίτος της παρέας του οποίου η πόρτα ήταν ακριβώς απέναντι από τη δική μου ήταν ο δικηγόρος “φάντασμα”, σπανίως τον βλέπαμε και αν τον βλέπαμε έλεγε μια “καλημέρα” και κλειδωνόταν στο γραφείο του.

Μία ημέρα οι τηλεφωνήτριες που είχα στην εταιρεία με ενημέρωσαν ότι στο γραφείο του δικηγόρου φάντασμα είχε γίνει μία μεγάλη φασαρία η οποία τις είχε τρομάξει, αφού τις καθησύχασα πως δεν συμβαίνει τίποτα γιατί στα δικηγορικά γραφεία συνήθως γίνονται τέτοιες φασαρίες, συνέχισα κανονικά την εργασία μου και δεν έδωσα και πολύ μεγάλη σημασία.

Συνήθιζα τα βράδια -κάποια από αυτά- να παραμένω μόνος μου στο γραφείο κάνοντας κάποιες έξτρα εργασίες της εταιρείας, ξαφνικά άκουσα γδούπους και κρότους και τον δικηγόρο να βρίζει μέσα από το γραφείο του, όμως μόνο αυτός.

Ανησύχησα ότι θα μπορούσε να είχε γίνει κάποιο έγκλημα, έτσι οπλίστηκα με θάρρος και πήγα και του χτύπησα την πόρτα προετοιμασμένος για κάθε ενδεχόμενο, ο τύπος άνοιξε την πόρτα κοκκινισμένος και ιδρωμένος κρατώντας ένα ξύλινο πλάστη στο χέρι του, τον ρώτησα τι ακριβώς γίνεται και μου είπε “Έλα να κάτσεις…”

Μου εξήγησε λοιπόν ότι κάποιες φορές επειδή είχε τα νεύρα του εξαιτίας της πρώην γυναίκας του η οποία ήταν και πρόεδρος σε δικαστήριο, πως ξεσπούσε χτυπώντας στο γραφείο του με τον πλάστη και βρίζοντας την για να μη χρειαστεί να πάει να χτυπήσει αυτήν!

Τότε τον έιδα με μία συμπαθητική διάθεση και είπα από μέσα μου “Πώς μπορεί να καταντήσει ο άνθρωπος έτσι;”

Άρχισα που και που να του δίνω λίγη συμπαράσταση με την κουβέντα μας όπότε τον έβλεπα και με το πέρασμα των μηνών γίναμε φίλοι.

Μία ημέρα με φώναξε στο γραφείο του στο οποίο είχε στρώσει ολόκληρο τσιμπούσι!

Φαγητά, σαλάτες και κρασί…

Καθήσαμε και φάγαμε λέγοντας συνεχώς για τα προβλήματα με την γυναίκα του και το παιδί του, αλλά και για τα θέμα έλλειψης επικοινωνίας που είχε στο πατρικό του στο οποίο διέμενε με τους γονείς του, όσο περνούσε η ώρα τον συμβούλευα για τα θέματα που είχε και στο τέλος το γυρίσαμε σε μίνι παρτυ με τον Καζαντζίδη να παίζει από τα ηχεία του υπολογιστή.

Τελικά μας έγινε συνήθεια και κάθε Παρασκευή πήγαινα στο γραφείο του, τα πίναμε και τα λέγαμε, αυτό όμως άρχισε να διαδίδεται και στα υπόλοιπα μέλη της εταιρείας με αποτέλεσμα κάποια στιγμή ο όροφος να έχει γίνει ένα μεγάλο μπάρμπεκιου στο οποίο συμμετείχε σχεδόν όλος ο όροφος εκτός από τον επιδειξία δικηγόρο, ο οποίος εκνευρισμένος για το γεγονός ότι μάλλον περνούσαμε καλά, ήταν ο μοναδικός που δεν συμμετείχε στο μικρό “Παρασκευιάτικο” μας πάρτυ.

Τα χρόνια περνούσαν, εγώ έφυγα από εκείνο το γραφείο γιατί είχε μεγαλώσει η εταιρεία και έπρεπε να πάμε σε μεγαλύτερα γραφεία όμως με το Γιάννη παραμείναμε φίλοι.

Βρισκόμασταν σε μαγαζιά και στο γραφείο του που περνούσα που και που και μια μέρα μας κάλεσε στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα μου και πήγαμε να μας κάνει το τραπέζι.

Εκεί γνωρίσαμε την μητέρα του και τον πατέρα του, ο πατέρας του ήταν λιγομίλητος άνθρωπος αυτό που θα χαρακτηρίζαμε “μουντρούχος” περνούσε μας έλεγε μία καλησπέρα και πήγαινε στο δωμάτιο του, η μητέρα του πάλι ήτανε αυτό που λέμε γυναίκα “έξω καρδιά” και πολλές φορές όταν λέγαμε εμείς τα δικά μας συμμετείχε κι αυτή στην παρέα, κάποιες φορές βέβαια…

Κάποια στιγμή ο Γιάννης έρχεται και μου λέει “Ρε συ τι καλή η γυναίκα που έχεις, μήπως έχει καμιά ξαδέρφη, καμιά δίδυμη αδερφή να βολευτώ και εγώ;” Εκεί άρχισα να πιστεύω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αισθάνθηκα ότι η γυναίκα μου είχε γυαλίσει στο μάτι του Γιάννη, δεν ήθελα να το πιστέψω γιατί καμιά φορά ο Γιάννης έλεγε βλακείες, αν και τις έλεγε συχνά…

Περνούσαν τα χρόνια, οι δικές μου δραστηριότητες διευρύνονταν και κάθε φορά που έκανα κάτι ο Γιάννης αναρωτιόταν πώς τα καταφέρνω πάντα και κάνω το επόμενο βήμα, εγώ όμως δεν έδινα σημασία σ’ όλο αυτό το σκηνικό…

Κάποια στιγμή το 2018 αποφάσισα να ανοίξω ένα ενημερωτικό site και να ασκήσω πάλι το επάγγελμα του Δημοσιογράφου, που το είχα παρατήσει όντας επιχειρηματίας, όχι για γιατί δεν είχα δουλειά να κάνω, αλλά γιατί πάντα μου άρεσε το λειτούργημα του Δημοσιογράφου, από μικρό παιδί με θυμάμαι να γυρνάω με ένα μπλοκάκι σημειώσεων στο χέρι και να καταγράφω αυτά που έβλεπα, έτσι δημιούργησα το InThess.gr που τόσο καιρό στηρίζετε και διαβάζετε και σας ευχαριστώ πολύ γι αυτό.

Το site με βάση την τεχνογνωσία που είχα ως κατασκευαστής και προγραμματιστής ιστοσελίδων, το εκτόξευσα αμέσως στα ύψη!

Μία μέρα ο Γιάννης επισκέφτηκε τα γραφεία μας στη Λεωφόρο Νίκης και γυρνάει και μου λέει “Καλά ρε! Είναι δυνατόν; Εγώ 30 χρόνια δικηγόρος, σπούδασα, έφαγα τα νιάτα μου πάνω από τα βιβλία, φόρεσα γυαλιά γιατί χάλασαν τα μάτια μου να διαβάζω και έχω ένα γραφείο στην οδό Κομνηνών που θυμίζει κουζίνα μονοκατοικίας της δεκαετίας του ’50 και εσύ που δεν έχεις κάνει ούτε το 10% Των σπουδών που έχω κάνει εγώ να έχεις γραφείο στη Λεωφόρο Νίκης και μάλιστα σε υπερπολυτελές κτίριο;”

Τότε οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν! Ο Γιάννης ζήλευε κάθε κίνηση που έκανα χρόνια τώρα και κρυφά “φρικάριζε” σε κάθε συνάντησή μας από την οποία εγώ περνούσα καλά και νόμιζα ότι του προσφέρει το ίδιο συναίσθημα.

Ομως αυτόν τον γέμιζε με ζηλοφθονία! Γιατί εγώ να πετυχαίνω ότι ήθελα ενώ αυτός ήταν μονίμως στην αποτυχία;

Την αποτυχία που ο ίδιος έχει επιλέξει, με την αδράνεια του και το πρόβλημα που αντιμετώπιζε σιγά-σιγά με τον αλκοολισμό, διότι όταν είχαμε πρώτογνωρίστει έπινε ένα ποτηράκι και στα επόμενα χρόνια το ένα ποτηράκι έγινε τρία – τέσσερα μπουκάλια!

Μάταια προσπαθούσα να του το κόψω, ειδικά στις τελευταίες μας συναντήσεις στις οποίες πίναμε καφέδες και πορτοκαλάδες, γιατί είχε περάσει από την κοινωνικό κομμάτι του ποτού στον αλκοολισμό.

Για να δω τις αντιδράσεις του, του “εκμυστηρεύτηκα” κάτι…

Του είπα, “Ξέρεις Γιάννη, εγώ μπόρεσα και έγινα δημοσιογράφους ενώ πραγματικά έχω τελειώσει μόνο το Δημοτικό Σχολείο” και ήταν τόσο μεγάλη η ζηλοφθονία του που πίστεψε ότι ένας άνθρωπος σαν και εμένα όντως είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό Σχολείο, αγνοώντας από την τύφλωση που είχε επέλθει από τη ζήλια του, ότι για να είσαι Δημοσιογράφος θα πρέπει να έχεις σπουδάσει το επάγγελμα και για να γίνεις δεκτός σε κάποια Ένωση πως θα πρέπει να προσκομίσεις στην Ένωση μία πλειάδα εγγράφων που ανάμεσα τους στην χειρότερη περίπτωση είναι το απολυτήριο Λυκείου και εγώ ήμουν γραμμένος ήδη σε δύο Ενώσεις, μία στη Θεσσαλονίκη και μία Πανελλήνια”,

Μπήκα στο τρυπάκι να αυξάνω τη ζηλοφθονία του Γιάννη κάθε φορά που βρισκόμασταν.

Λέγοντάς του πόσο καλά πηγαίνει η δουλειά, τα νέα μου επιτεύγματα, αλλά και πόσες χιλιάδες ευρώ βγάζω ανά μήνα.

Φυσικά ο Γιάννης κάθε φορά γινότανε ακόμη και πιο ζηλόφθονος!

Κάποια στιγμή το αρχές του 2021 η μητέρα του αρρώστησε, με πήρε τηλέφωνο ένα βράδυ γύρω στις 23:00 και μου έδωσε και τη μητέρα του για να μιλήσω μαζί της, η οποία έλεγε ότι πονάνε τα κόκκαλα της και πως κανένας δεν την πήγαινε στο νοσοκομείο, γιατί κανένας δεν την πίστευε!

Μου απάντησε ο Γιάννης ότι ο πατέρας του ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο, γιατί ο Γιάννης δεν είχε βγάλει ποτέ δίπλωμα, αρνούνταν να πάει άτυχη γυναίκα στο νοσοκομείο γιατί δεν ήθελε να οδηγήσει νύχτα.

Ειλικρινά με αυτη τη συνομιλία μου ανέβασε την πίεση! Γιατί όταν ένας άνθρωπος έχει πρόβλημα και πονάει και κινδυνεύει πρέπει να τον πας στο νοσοκομείο, δεν έχει σημασία ο τρόπος!!!

Τέλος πάντων την επόμενη μέρα πήγε στο νοσοκομείο και της διαγνώστηκε καρκίνος, οικειοθελώς τότε στην προσπάθειά μου όπως πάντα να σώζω ανθρώπους, επικοινωνήσα με λυτούς και δεμένους για να υπάρξει η καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση στο πρόβλημα της άτυχης γυναίκας, όμως εάν το μέγιστο του καρκινικού δείκτη ήταν 5 η γυναίκα όταν πήγε στο νοσοκομείο είχε καρκινικό δείκτη 1.000!

Οι γιατροί κατέβαλαν κάθε προσπάθεια αλλά δυστυχώς τα πράγματα ήταν μη αναστρέψιμα.

Επί τρεις περίπου μήνες είχα παρατήσει όλες μου τις εργασίες και καθημερινά ντάντευα τον Γιάννη, ο οποίος ήταν σε μαύρα χάλια, ένα βήμα πριν την αυτοκτονία, γιατί είχε μία γυναίκα η οποία τον κυνηγούσε για τις διατροφές, όχι γιατί έιχε ανάγκη αλλά για να του “την σπάει”, ο γιος του που είχε ενηλικιωθεί αλλά σπούδαζε ακόμη και έπαιρνε διατροφή τον κυνηγούσε με μηνύσεις και δικαστήρια όχι γιατί είχε ανάγκη για να του “την σπάει”, η μητέρα του ήταν ετοιμοθάνατη και ο πατέρας του “Ζαμάν φου κι απάνω τούρλα”!

Μοναδική παρηγοριά του Γιάννη ήμουνα εγώ.

Πλέον βρισκόμασταν καθημερινά τον νταντεύα, τον κερνούσα καμμιά μπύρα και καθόμασταν στα πάρκα επί ώρες και μέσα στο κρύο γιατί λόγω Κοροναϊού δεν είχαμε που να πάμε αφού όλα ήταν κλειστά.

Ο καιρός περνούσε και μία ημέρα, την Τσικνοπέμπτη του 2021, βρεθήκαμε το πρωί να πιούμε ένα καφέ, η μητέρα του πλέον ήταν στα τελευταία της, αφού τον παρηγόρησα μισή περίπου ώρα και του είπα πέντε πράγματα ώστε να μπορέσει να προχωρήσει στη ζωή του, στο τέλος του λέω “Ρε Γιάννη, σήμερα είναι Τσικνοπέμπτη δεν πάμε να φάμε κανένα σουβλάκι;”

“Ναι, ναι” μου λέει και ξεκινήσαμε να πάμε σε ένα ψητοπωλείο που είχε πολύ καλό σουβλάκι και βρισκόταν στην οδό Κασσάνδρου.

Περπατάμε στην οδό Αγγελάκη, όλα καλά κι όλα ωραία, φτάνοντας στο συντριβάνι, διασταύρωση με την Εγνατία, ο Γιάννης ξαφνικά εξαφανίζεται από δίπλα μου και όταν γυρνάω να δω πού πήγε βρίσκονταν καμιά τριανταριά μέτρα μακριά και κατευθύνονταν προς την οδό Εθνικής Αμύνης αντίστροφα με την πορεία που είχαμε.

“Πού πας ρε;” του λέω “Κατουριέμαι. πάω να κατουρήσω σε καμιά πολυκατοικία” μου λέει και έμεινα άναυδος!

Αφού τον περίμενα κανένα δεκάλεπτο τον κάλεσα στο τηλέφωνο και δεν το σήκωνε, κατάλαβα λοιπόν ότι μάλλον τον είχε πιάσει η τρέλα του και είχε φύγει.

Έπτα περίπου μήνες μετά και αφού είχε πεθάνει η μήτερα του συναντηθήκαμε τυχαία και μόλις με είδε άρχισε να μου κάνει update, να μου λέει για τη μητέρα του πέθανε, για τη γυναίκα του που επιτέλους καταστράφηκε καθώς είχε καταφέρει να της κάνει ζημιά στον επαγγελματικό της τομέα, που κατάφερε το ένα, που κατάφερε το άλλο και καταλήξαμε σε μία καφετέρια στη Νεάπολη να κάνουμε “μνημόσυνο” με μπύρες για τη μητέρα του, το οποίο φυσικά το πλήρωσα εγώ.

Του ζήτησα να μου πει και το λόγο που το έκανε όλο αυτό με την “κοπάνα” και μου είπε περασμένα ξεχασμένα, πως δεν υπάρχει λόγος που το έκανε και πως απλά δεν ήτανε καλά, μου ζήτησε και συγγνώμη όμως από ‘κείνη την ημέρα ξανά εξαφανίστηκε και συναντηθήκαμε πάλι τυχαία μετά από δύο περίπου μήνες, τότε αποφάσισα να τον δοκιμάσω για να δω τι ακριβώς θα έκανε και αν όλα αυτά τελικά είχαν ουσιώδη βάση την ζηλοφθονία.

Του είπα λοιπόν ψέματα ότι και εμένα δικό μου συγγενικό πρόσωπο είχε καρκίνο και πως τα οικονομικά μου εξαιτίας αυτής της κατάστασης ήταν χαλιά και του είπα ότι “Αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόβλημα αλλά αν χρειαστώ βοήθεια μπορώ να σε υπολογίζω;”

“Ναι, ναι -Μου λέει- ότι θέλεις”. Φυσικά και πάλι εξαφανίστηκε.

Δε μετάνιωσα ούτε στιγμή που παράτησα τρεις μήνες τους δικούς μου ανθρώπους και τις εργασίες μου για να γυρνάω στους δρόμους σχεδόν όλη μέρα στην προσπάθεια μου να βοηθήσω τον Γιάννη ψυχολογικά, αλλά και με τις γνωριμίες μου για να σώσει τη μάνα του, όμως όταν του ζήτησα βοήθεια, ο Γιάννης ως ζηλόφθονος και θα σας εξηγήσω και γιατί το “ζηλόφθονος”, άφησε το δικό μου άνθρωπο αβοήθητο.

Ξέρετε γιατί; Γιατί ζήλευε που εγώ είχα τους δικούς μου ενώ αυτός δεν είχε κανέναν!

Το πρόβλημα του Γιάννη πάντα ήταν ότι ήταν μόνος του, το άλλο του πρόβλημα το πραγματικό, ήταν ότι δεν είχε καταλάβει ότι είναι μόνος του εξαιτίας του κώλοχαρακτήρα του!

Ηθικό δίδαγμα: Όταν συναντάτε τέτοιους παλιοχαρακτήρες που ζηλεύουν ότι κάνετε, να τους “ξεκόβετε” αμέσως!Διότι θα είναι πάντα επιζήμιοι και επίφοβοι στο να σας κάνουν τη μεγαλύτερη ζημιά όταν θα χρειαστείτε την παρουσία τους.

Αυτή ήταν η σημερινή μας ιστορία συνοπτικά, αυτή του “Ζηλόφθονου Γιάννη”.

Εάν και εσείς έχετε κάποια παρόμοια ιστορία μπορείτε να την στείλετε στο e-mail μας inthessgr@gmail.com και εφόσον αλλάξουμε πράγματα, ονόματα και καταστάσεις, έτσι ώστε να μην θίγεται κανένας θα τη δημοσιεύσουμε εδώ, αφήνοντας πάντοτε το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας.

Μέχρι επόμενη φορά να είστε όλες και όλοι καλά και καλές γιορτές μίας που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα…

*Η ιστορία είναι αληθινή. Πράγματα, ονόματα, τοποθεσίες και καταστάσεις έχουν αλλάξει και είναι τυχαία.

Κοινοποίησε το