Οι Ταγματασφαλίτες της Θεσσαλονίκης – Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ο κύριος ρόλος των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν η καταπολέμηση του ΕΛΑΣ. Η μέγιστη συνολική δύναμη τους ήταν 22.000 άνδρες, και περιλάμβανε 22 εθελοντικά και 9 ευζωνικά τάγματα, κάτω από τις διαταγές του αντιστράτηγου των ΕΣ ΕΣ Walter Schimana.

Παρά το γεγονός ότι το σχέδιο τους ήταν να επεκταθούν σε όλη την κατεχόμενη Ελλάδα, κύριο θέατρο δράσης τους ήταν η ανατολική Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος.

Το έργο τους ήταν δύσκολο, καθώς εκείνη την εποχή, ο ΕΛΑΣ είχε ήδη αποκτήσει τον έλεγχο του πάνω από το 1/3 της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλες παραστρατιωτικές δυνάμεις, δημιούργημα της κατοχικής κυβέρνησης, με τη βοήθεια του στρατού κατοχής αντικατέστησαν στην πράξη τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες (Χωροφυλακή, Δικαιοσύνη κ.τ.λ.

Τα στελέχωναν “ιδεολόγοι” αντικομμουνιστές, εθνικοσοσιαλιστές, τυχοδιώκτες και καιροσκόποι, που προσελκύονταν από την πρόσκαιρη εξουσία, τα προσωπικά οφέλη και τα πλούτη που αποκόμισαν από τις αρπαγές και τη «μεσεγγύηση» των εβραϊκών και όχι μόνο περιουσιών.

Οι πιο διαβόητοι ηγέτες των δωσιλογικών ένοπλων τμημάτων, συνεργάτες των Γερμανών, ήταν ο Γεώργιος Πούλος, ο Αντώνιος Βήχος, ο Αντώνιος Δάγκουλας, ο Κυριάκος Παπαδόπουλος κ.ά.

Ο Πούλος, απότακτος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ήταν αρχικά αρχηγός του εθνοσοσιαλιστικού σωματείου «Εθνική Ενωσις η Ελλάς», το διαβόητο «Τρία Εψιλον», που μετεξελίχτηκε σε κόμμα και συνεργάστηκε με τις γερμανικές αρχές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το στρατιωτικό εθελοντικό τάγμα του Πούλου ήταν ντυμένο με γερμανικές στολές και οπλισμένο με γερμανικό οπλισμό. Πολύ Εθνική Ένωσις…

Ο Αντώνιος Βήχος ίδρυσε την Πανελλήνια Οργάνωση Εθνικιστικών Ταγμάτων (ΠΟΕΤ) και συνεργάστηκε με άλλες αντικομμουνιστικές οργανώσεις. Οι ταγματασφαλίτες του Βήχου, που είχε το στρατηγείο του στη σημερινή οδό Αλεξάνδρου Σβώλου (τότε Πολωνίας), επιδόθηκαν σε όργιο αρπαγών περιουσιών, βίας και εκτελέσεων. Οι άνδρες του Βήχου περιπολούσαν στους δρόμους ως αστυνομικοί και συλλάμβαναν ακόμη και όσους υποψιάζονταν ότι ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ.

Παρωδία ελληνικού στρατού ήταν και ο Εθνικός Ελληνικός Στρατός (ΕΕΣ) του Κισά Μπατσάκ (Κυριάκου Παπαδόπουλου), η διοίκηση του οποίου εγκαταστάθηκε στο μέγαρο της οδού Βασ. Ηρακλείου, ενώ τη διεύθυνση του Γραφείου Τύπου και Προπαγάνδας ανέλαβε ο γνωστός από την υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη Ξενοφών Γιοσμάς.

Τέτοια “ανθρώποειδή” ελπίζουμε πως δεν υπάρχουν σήμερα, αν και ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος.

Σκληρότερος απ’ όλους τους ταγματασφαλίτες αναδείχτηκε ο Αντώνιος Δάγκουλας, ο οποίος, λόγω των φρικιαστικών εγκλημάτων, είχε το παρατσούκλι «αιμοσταγής δράκος». Το τμήμα του, που εκπαιδεύτηκε και εξοπλίστηκε από τους Γερμανούς, ονομάστηκε Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης. Οι «Δαγκουλαίοι», πέρα από τις πράξεις βίας, είναι υπεύθυνοι για τις μαζικές εκτελέσεις στη Θεσσαλονίκη το 1944, με δεκάδες άτομα, όπως στο «μπλόκο της Καλαμαριάς», στην Κάτω Τούμπα, στην Ευκαρπία και σε άλλες συνοικίες της πόλης. Ο Δάγκουλας τραυματίστηκε βαριά κατά την εκδίωξη του από τον ΕΛΑΣ και “πέθανε” στο νοσοκομείο.

Ο κατοπινός αδίστακτος ταγματασφαλίτης Αντώνης Δάγκουλας διακρίνεται στα αριστερά στον γάμο του, πλάι στη νύφη. Η εγκληματική του δράση, αν και κράτησε μόλις 10 μήνες, κατόρθωσε να στιγματίσει τη συλλογική μνήμη της Θεσσαλονίκης.

«Τη νύχτα στις 11 παρά 15΄ στο Κεντρικό Νοσοκομείο παρέδωσε την αμαρτωλή ψυχή του το βρωμερό σκυλί, ο αρχιδήμιος του λαού της Σαλονίκης Δάγκουλας. Γλίτωσε απ’ τη σκληρή τιμωρία της λαϊκής δικαιοσύνης αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας που μαυρόντυσε εκατοντάδες οικογένειες».

Η γλαφυρή περιγραφή της είδησης του θανάτου του Αντώνη Δάγκουλα είναι μόνο μια ένδειξη για την τρομοκρατική δράση του αδίστακτου αρχηγού των «Δαγκουλαίων» που το 1944 σκόρπισε τον τρόμο στη Θεσσαλονίκη λειτουργώντας ως το μακρύ χέρι των SS.

«Το τάγμα του Δάγκουλα ήταν ένα εκτελεστικό απόσπασμα με σκοπό να δημιουργήσει ένα κλίμα τρομοκρατίας μέσα στην πόλη. Το σήμα κατατεθέν τους ήταν η εκτέλεση με σφαίρα πίσω από το αυτί αλλά και η άσκοπη χρήση χειροβομβίδων, όπως έγινε στο μακελειό της Τούμπας, όταν επιτέθηκαν στα καφενεία της περιοχής ένα μήνα πριν από την οριστική αποχώρηση των Γερμανών».

Τόπος μαζικών εκτελέσεων ήταν ο Γαλλικός ποταμός και τα πτώματα κατέληγαν στο ποτάμι. Στην πόλη εκτελούσαν σχεδόν παντού αλλά συνήθως στα Ανω Λαδάδικα που ήταν κοντά στον Βαρδάρη και άφηναν τα πτώματα σε κοινή θέα με θρυμματισμένο κεφάλι για να φοβίσουν τον κόσμο.

Ο Αντώνης Δάγκουλας γεννήθηκε το 1904 στη Μικρά Ασία και μετά την ανταλλαγή πληθυσμών πήγε στα Γρεβενά. Θείος του ήταν ο μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός Β΄, άνθρωπος σεβαστός στην περιοχή, ενώ ο αδελφός του Επαμεινώνδας έγινε ένας από τους «Ασους» της πολεμικής αεροπορίας με υπηρεσία στη Μέση Ανατολή. Ο Αντώνης Δάγκουλας δούλεψε σκληρά στην αρχή και αγόρασε ένα μικρό φορτηγό για μεταφορές προς Κοζάνη και Θεσσαλονίκη. Παντρεύτηκε την Καλλιόπη Παπαβραμίδη, η οποία αργότερα αντιτάχθηκε στη δράση του συζύγου της. Από την 22χρονη γυναίκα ο Δάγκουλας απαίτησε για προίκα ένα σπίτι στην ακριβή συνοικία των Γρεβενών με το σκεπτικό ότι ήταν ήδη «μεγάλη» για γάμο για την εποχή.

Ανδρα «εντυπωσιακό» και «γοητευτικό» τον περιγράφουν οι μαρτυρίες της εποχής, κάτι που τον έκανε ιδιαιτέρως αγαπητό στις γυναίκες. Η οικονομική του άνεση του επέτρεπε να διασκεδάζει και να κάνει φιλανθρωπίες αλλά η ιταλική κατοχή αποκάλυψε το πραγματικό του πρόσωπο.

Τότε κατέδωσε τους ανταγωνιστές του μεταφορείς, στους Ιταλούς και πήρε το μονοπώλιο της δουλειάς. Αυτό, όμως, δεν ξεχάστηκε και όταν ο Δάγκουλας ανέβηκε στο βουνό με τον ΕΛΑΣ συνελήφθη και φυλακίστηκε.

Στη φυλακή κακοποιήθηκε και όταν βρέθηκε στα χέρια των Γερμανών, εκείνοι κατάλαβαν ότι θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν.

Η σορός του έγινε δημόσιο θέαμα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και πριν χαθεί σε έναν σκουπιδότοπο του Βαρδαρίου αρκετοί εξέφρασαν επάνω της την οργή τους.

Γνωστοί ως συνεργάτες των Γερμανών ήταν και ο δήμαρχος της πόλης, Κωνσταντίνος Μερκουρίου και ο καθηγητής Περικλής Βιζουκίδης. Ο περίφημος Φον Βιζουκίδης, όπως τον φώναζαν οι μαθητές του και ο Μερκουρίου συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς και ήταν αυτοί που τους υποδέχθηκαν στο Βαρδάρη.

Ο τότε δήμαρχος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Μερκουρίου, με διάγγελμα του καλούσε τους Θεσσαλονικείς να επιδείξουν εμπιστοσύνη, «προς τον Στρατόν της Γερμανίας, όστις από της πρώτης στιγμής της εισόδου του εις την πόλιν, ετήρησεν έναντι ημών στάσιν γενναιόφρονα και ιπποτικήν».

Από την αρχή και ο Περικλής Βιζουκίδης συνεργάστηκε μαζί τους. Παρ’ όλα αυτά σήμερα, οδοί της Θεσσαλονίκης συνεχίζουν να έχουν τα ονόματα των δυο ανδρών.

Κοινοποίησε το