Του Μάρκου Μπόλαρη
Είχε έρθει το τηλεγράφημα στη Θεσσαλονίκη,
ο γέρο δάσκαλος του χωριού είχε μεριμνήσει, γαμπρός από την πλευρά της γιαγιάς, και μηνούσε πως ήταν άρρωστη η μάννα, εδώ και λίγες μέρες, την κανάκευαν οι ανεψιάδες της, μα εκείνη, σκληρό καρύδι, παρά το γργογός ότι την είχε καταβάλλει ο πυρετός απέφευγε, μαθημένη μιά ζωή όλακερη, μόνη της τις φουρτούνες της ζωής ν’ αντιπαλεύει, από είκοσι οκτώ χρόνων χήρα, με τέσσερα αγόρια ορφανά , μόνη της τα κύματα της θάλασσας ν’ αντιμετωπίζει, τους μεγάλωσε , τους ανέστησε, καμάρι της κρυφό , όχι δεν δείχνονταν αυτή, ούτε και τώρα καταδέχθηκε να ζητήσει βοήθεια, κι ας την κατέβαλλε ο πυρετός, ο γέρο δάσκαλος κατάλαβε, τούτος πήρε πρωτοβουλία για να ειδοποιήσει, τ’ αγόρια της και τα τέσσερα στη Σαλονίκη, με τις φαμελιές τους, τούτη βράχος στο χωριό, την περιουσία να κάνει κουμάντο, και στάρια και κριθάρια, αμή και φασόλια , και μαυρομάτικα και άσπρα, ορβίθια και άφκο, βαμπάκι στα ποτιστικά , ένα μπαξέ στο δρόμο για την Αγιά, παινεύονται πως ήταν ο καλύτερος του χωριού, μπαξέ με καλύβι πετρόχτιστο κι όμορφο , μ’ ένα φυτό που ξεχώριζε σ’ όλον τον κάμπο, τον αθάνατο, και τ’ αμπέλια, τούτη τα γνοιαζόταν, δικό της ρακί, δικό της κρασί, γυναίκα με μεράκι , γιά δυό για τρείς άνδρες δούλευε, το τηλεγράφημα τους ανησύχησε, Δεκέμβρης καιρός, παραμονές Χριστούγεννα, ζωέμποροι και κρεατέμποροι, πάνω στη φούρια της δουλειάς, η μάννα όμως, ο ένας , δεν γίνεται , πρέπει να πάει, πως όμως, να βρούμε καράβι, στο λιμεναρχείο, για την Λήμνο, πώς , πότε , από πού , βρέθηκε , σε δυό μέρες από την Αλεξανδρούπολη , ένα εμπορικό καίκι, μεγάλο , θα λύσει τους κάβους για τη Σαμοθράκη και την Λήμνο, προλαβαίνουμε , το βράδυ πήραν το τραίνο για την Αλεξανδρούπολη, ο γιός της ο μικρός, κι η αγγόνα της, ψωνίσαν από την αγορά τα χρειαζούμενα, τα χαιρόταν πάντα η κυρά Σεβαστούδα τα δώρα τούτα απ’ την μεγάλη αγορά της Σαλονίκης, να τους στο λιμάνι το θρακιώτικο, να συνεννοηθούν με τον καπετάνιο, ο καπετάν Σώζος Καστρινός ήταν , καίκι είμαστε εδώ, δεν έχει πολυτέλειες, τα ναύλα πληρωθήκαν, αύριο πρωί , συν Θεώ , αχάραγα θα σαλπάρουμε, σφιχτός είναι ο καιρός, θα κρατήσει ελπίζω , παραμονή αύριο, αργά το βράδυ, στη Μύρινα θα δέσουμε, σα νοικοκυραίοι , του Χριστού θα ξημερώσει η Μέρα, στην εκκλησιά να λειτουργηθούμε, στο σπιτικό μας , περαστικά στη μάννα σας, γερή να την βρείτε, δείπνησαν τα νηστίσιμα, ξεκουραστήκαν στο μικρό ξενοδοχείο κοντά στο λιμάνι, νύχτα ακόμη στον μώλο, σκουφί μάλλινο η Γενοβέφα , δέκα χρόνων κοριτσόπουλο, γαντάκια καλοπλεγμένα της μάννας της, τυλιγμένη στο παλτό , μπήκε πρώτη στο καίκι , ο καπετάνιος την χώρισε από τους λοιπούς συνεπιβάτες, έλα , εσύ , μωρό παιδί , στην καμπίνα μου, του καπετάνιου, ο μπαμπάς σου , μαζί μου θά ναι στο διάκι, δίπλα , μην ξεπαγιάσεις, πρίν φωτίσει βγήκαν στο πέλαγο, γραμμή για την Σαμοθράκη, κρατά ο καιρός , έχει κύμα, ασπρισμένη η θάλασσα, μα και το σκάφος θαλασσομάχο κι ο καπετάνιος θαλασσόλυκος και το πλήρωμα πολιοαρμυρισμένο, σ’ όλη την Μαυροθάλασσα έχει εμπορευτεί τούτο το ποίημα των καραβομαραγκών , ο Άγιος Νικόλαος, στην Ραιδεστό και στην Πόλη , στο Μπουργκάζ και την Βάρνα, στην Οδησσό και στην Χερσώνα, κι ύστερα πάλι στη Σαμψούντα και την Κερασούντα, στην Τραπεζουπντα και το Μπατούμ , σε χειμέριες καταιγίδες και σε αδυσώπητους καιρούς βρεθήκαν, τα κατάφεραν, και στην Άσπρη Θάλασσα, στη Σμύρνη και στ’ Αϊβαλί , στη Σαλονίκη και στο Βόλο , στο Πόρτο Λεόνε και στα Χανιά, ίσαμε με την Αλεξάνδρεια στο Μισίρι έφτασε, την Κύπρο και την Μάλτα, παλεύεται τούτος ο καιρός , Καικίας ο άνεμος, παγωμένος κατεβαίνει από τα θρακιώτικα βουνά, κι αναταράζει τις θάλασσες , δεν αργήσαν στη Σαμοθράκη, εμπορεύματα ξεφορτώσαν, τέσσερες πέντε επιβάτες, ξανοιχτήκαν στο πέλαγο, ήλιο δεν είδαν από το πρωγί, νεφοσκεπής ο ουρανός, γκρίζος καιρός, ασπρουλιάρης, χιονιάς γυρίζει, μουρμούρισε ο καπετάνιος, στα χείλια κρεμόταν ένα τσιμπούκι , άναβε και ξανάναβε, το ίδιο κι ο φιλοξενούμενος δίπλα του, άρχισε μια βροχή παγωμένη, ούτε βροχή ούτε χιόνι, όσοι επιβάτες επέμεναν μέχρι την ώρα εκείνη να υπομένουν το ψύχος και τον αγέρα και να παραμένουν στην κουβέρτα του καικιού αναγκάστηκαν να κατέβουν κάτω στο αμπάρι , είχε χώρο συμμαζεμένο με μιντέρια για τους επιβάτες, στριμωχτήκαν, η βροχή τους είχε μουσκέψει, το κύμα μεγάλωνε, ο άνεμος αγρίευε, τα σύννεφα χαμήλωναν, ο καιρός σκοτείνιαζε, το καίκι δυσκολευόταν , με βία και με ορμή ή μήπως με οργή , τούτος ο άνεμος, όχι τούτο πιά δεν είναι κυματισμός, το πέλαγο βουνούς και λόγγους γιόμισε, κυλά απότομα το καίκι από την κορφή του ενός υγρού βουναρίου στα βάθη μιάς υδάτινης κοιλάδας, πριχού καλά κατεβεί , ωθείται σαν φύλλο στην καταιγίδα, να ανέβει την ανηφοριά του επερχόμενου υγρού αφρισμένου όγκου, σφυρίζει ο αγέρας λυσσασμένος, έρμαιο στις ορέξεις του οι θάλασσες, μπαίγνιο στην ράχη της, το καίκι , ο ένας όγκος διαδέχεται τον άλλο , λουριά – λουριά αφρισμένα τα νερά , μα πότε , πότε πρόλαβε , με τέτοια μανία να αναταράξει τα πέλαγα , χάθηκε ο ουρανός , μελάνιασε ο τόπος , δράκων ούτος όν έπλασας εμπαίζειν αυτή, αμίλητος ο καπετάνιος, μουρμουρίζει κάτω από το μουστάκι του, την έγνοια στο διάκι , την ορμή των κυμάτων να εκμεταλλευτεί, χορός ανείπωτος, καρυδότσουφλο, το περήφανο καίκι, οι θάλασσες ορμούν πάνω στην κουβέρτα, σαρώνουν ότι βρεθεί, να τώρα λες , χάθηκε , μέσα σε τούτο τον ρούφουλα, να τώρα λες, πάει το κατάπιε βύθιος δράκων , κι ίσα που , τον σταυρό πρόλαβες να κάνεις, να στη ράχη αφρισμένων όγκων αρμυρού νερού , τινάζεται , σκαρφαλώνει, στην κόψη θα βρεθεί του γιγαντιαίου αυτού κύματος, αφροί θα το λούσουν, αφροί και βροχή , παγωμένη βροχή που τρέπεται σε χιόνι, χάθηκε ο ορίζοντας, χάθηκε ο ουρανός , στα τυφλά, α ! μάχη , τους εν θαλάσση κυβέρνησον, ατέλειωτη προσπάθεια, ώρες, την συντριβή να αποφύγει, το καίκι στη σωστή θέση να βρεθεί, να βρίσκεται όταν εφορμά εν αλλαλαγμώ ο αδυσώπητος εχθρός, καταιγίδα χειμάζει και το καίκι χειμάζεται, κύματα σαν λόφοι, κύματα σαν βουνοί, ώρες, αγώνας, πέρασε το μεσημέρι, οι μέρες οι μικρότερες του χρόνου, άρχισε να σκοτεινιάζει , που βρισκόμαστε τον ρώτησε, καπετάνιε, που είμαστε, ανασήκωσε τους ώμους, η έγνοια του άλλη είναι, τεντωμένα τα νεύρα του, γαντζωμένος πάνω στο τιμόνι, ένταση στο πρόσωπο, νυχτώνει, νύχτωσε, ενστικτωδώς όλα γίνονται, στο αμπάρι έχουν πέσει τα εμπορεύματα, η έγνοια των επιβατών είναι να μην χτυπήσουν, στο σκοτάδι που ανεβάζει την αβεβαιότητα, κραυγές και φωνές, Παναγιά μου, προσευχές, Άη Νικόλα, προς τίνα καταφύγω, Χριστέ μου, ποιός να κοιμηθεί, εξαντλημένοι όλοι, μα ποιός, η νυχτιά αγριεύει τα πράγματα, η εμπειρία του καπετάνιου σώζει την κατάσταση , ο αφρός, τα αφρισμένα νερά, η ασπράδα μέσα στο σκοτάδι, καθοδηγεί τον πλοίαρχο, τον θωρείς ένα έχει γίνει με το τιμόνι , Χριστέ μου, τούτη την μέρα, της γιορτής σου τη μέρα, όχι , δεν θα το επιτρέψεις, τούτο μόνον, είπε , ελπίδας λόγος και προσευχής αίτημα, τέλειωσε ο καπνός , το τσιμπούκι σβηστό , μέσα στη χαλασιά αυτή ποιός να το ξανανάψει, η μικρή στο καμπίνα του καπετάνιου , ξαπλωμένη στο κρεβάτι, δεν τό ‘χε ποτές της ζήσει, μήτε να το φανταστεί μπορούσε, στον πατέρα της είχε εμπιστοσύνη, τούτος ήταν δίπλα στον καπετάνιο, δίπλα στο τιμόνι, όχι δεν έκραξε, όχι σαν φώναζε, άφωνη , έντρομη , αδύναμη , αποσβολωμένη από το άγριο μεγαλείο της θάλασσας που πρώτη φορά της φανερωνόταν , το’ βλέπε το καίκι να κυλά και να χάνεται σε ωκεανούς υδάτων, πάει τώρα, τέλειωσε , μονολογούσε, κι όσο ν’ απελπιστεί προλάβαινε, νάτο πάλι , να αντιπαλεύει αφρούς και αρμύρες , στις κορφές , σα λοφοσειρές υδάτων πολλών, είδωσάν σε και εφοβήθησαν, νύχτα πηχτή, ούτε ελπίδα αστεριών ούτε ανταύγεια φεγγαριού, καταμεσής στο θρακικό πέλαγος , στη ανεκλάλητη οργή του βοριά , θαλασσωμένος ο «Άγιος Νικόλαος» παλεύει από το πρωί , νύχτωσε κοντεύουν μεσάνυχτα κι αντιμάχεται, σε τούτες τις θάλασσες που το πάλαι οι Αχαιοί κι οι Αργείοι με τον Αγαμέμνονα , τον Οδυσσέα, τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, ήρθαν να κουρσέψουνε το κάστρο της Τροίας, λυσσασμένος ο αγέρας κορυφώνεται , πόσα μποφόρ, εννιά, δέκα ίσως, περισσότερα, ποιος τάχα να γνωρίζει, γύρισε η μέρα, πέρασαν μεσάνυχτα, απέναντι στ’ Αγιονόρος οι καλογέροι έχουν αρχίσει την των Χριστουγέννων Παννυχίδα, στην παγωνιά τούτης της βραδιάς του Δαμασκηνού Ιωάννη τους θεσπέσιους ύμνους ψάλλουν και του παραδερφού του Κοσμά, επισκόπου Μαιουμά της Συρίας, την συγκατάβαση του Λόγου υμνούντες, κύματα επί κυμάτα γιουρντίζουν , φωνές και κραυγές μέσα στη νύχτα, σαν από πειρατικό ρεσάλτο , θαλασσινά δαιμόνια, κύματα ωσάν βουνοί , ζητούν να καταπιούν το καίκι, Άγιε Νικόλα, το καίκι σου, το χιοπνι δυνάμωσε ασπρίζει η κουβέρτα, τα νερά γιουργιάρουν ξεπλένουν την κουβέρτα, ζαλίστηκαν πλήρωμα κι επιβάτες, ανέβα – κατέβα, πάνω – κάτω , δεξιά – αριστερά, γέμισε το αμπάρι εμετούς, ανέλπιδοι , άραγες ανέλπιδοι, όχι, παλεύουμε, μόνον ο καπετάνιος δεν έχει δικαίωμα να ζαλιστεί, που να ‘μαστε, ξανά αναρωτήθηκε, ποιός ξέρει, ο Χριστός, μόνον, πως εμείς , μέσα σε τούτον τον λαβύρινθο κυμάτων και θαλασσών, πως να κρατήσουμε πορεία, μα , για δες, βλέπεις, εκεί, πού, εδώ , αριστερά, μπροστά μας, βλέπεις, τι, μές στη νυχτιά , τι βλέπεις, φανάρι, ναι, φανάρι είναι, Χριστέ μου, περίμενε, ποιό , της Λήμνος άραγες , μήπως στην Ίμβρο μας παρέσυρε, μετρώ, μπάντεχε, μετρώ ,
Μίλτο, της Πλάκας είναι το φανάρι, μας έβγαλε έξω πολύ από την ρότα μας, αντίς βορειοδυτικά της Λήμνος, στα βορειοανατολικά μας έφερε, μα στη Λήμνο φτάξαμε , κράτα καλά , ακόμη λίγο και θα φέξει , λίγο να φέξει, να μπούμε στον κόλπο του Μπουρνιά, να πιάσουμε αριστερά στις αμμούδες της Ηφαιστείας, του ΑγιΑλέξανδρου, τότες πρώτη φορά, φωτίστηκε το πρόσωπό του, τότες , επί τη θέα του φωτός, Χριστουγεννιάτικο φώς , καθώς σιγά σιγά άρχισε να υποφώσκει η μέρα, πως του φάνηκε του καπετάνιου, πως του φάνηκε, σαν το αστέρι , Χριστέ μου, μονολόγησε, πάνω στην ώρα, σαν το αστέρι που τους μάγους κυβέρνησε, δόξα Σοί, Χριστέ μου, πήρε απάνω του, κι ήταν δυό ώρες μετά που κατάφερε και μπήκε στο αρχαίο λιμάνι της Ηφαιστείας, εκεί που έκοβε ο βοριάς , εκεί που ξαφνικά , μετά από εικοσιτέσσερις σχεδόν ώρες το καίκι βρέθηκε σε ήρεμα νερά κι οι ναυβάτες μπορέσαν να σταθούν στα πόδια τους, ενώ γύρω τους ακόμη τους φαινόταν πως χοροπηδούσανε στον ακατάλυτο ρυθμό της θάλασσας όλα !
Μπροστά τους , χιονισμένος ο τόπος , σε απόσταση διακοσίων μέτρων , από το καλύβι της μάντρας έβγαινε ένας πυκνός λευκός καπνός ! Ο κεχαγιάς με την οικογένειά του είχαν επιστρέψει από την Χριστουγεννιάτικη λειτουργία κι ετοίμαζαν το τραπέζι ! Τους είδε και έδραμε ίσαμε με το καίκι !
Γλιτώσατε !
Πώς γλιτώσατε ;
Τέτοιο κακό , σπάνιο !
Ήταν λυσσασμένος ο καιρός !
Βγήκαν οι θάλασσες στο βουνό !
Γλιτώσατε !
Δόξα τω Θεώ γλιτώσατε !
Χρόνια πολλά !
Καλά Χριστούγεννα !
Ελάτε , τραπέζι στρώνουμε !
Το γορτζέλ’ σφάξαμε …
Χίλιοι καλοί χωρούμε !
Καλώς ορίστε !
Ωσάν καλαντιστές !
Ωσάν Μάγοι !
Θαλασσινοί !
Και τ’ χρόν’ !


