Όταν η δημοσιογραφία γίνεται όπλο υπόγειων και σκοτεινών συμφερόντων

ΑΠΊΣΤΕΥΤΑ ΕΛΛΑΔΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Του Δημήτρη Βαλάντη Καραμπουρούνη


Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι αν κάποιοι που αυτοαποκαλούνται «δημοσιογράφοι» έχουν στοιχειώδη γνώση του αντικειμένου για το οποίο γράφουν ή αν απλώς αναζητούν εντυπώσεις, κλικ και εύκολους ενόχους ή αν εξυπηρετούν έναντι αμοιβής σκοτεινά και υπόγεια συμφέροντα στοχοποιώντας ανθρώπους.

Το πρόσφατο κείμενο που δημοσιεύτηκε σε ιστοσελίδα της Θεσσαλονίκης για το τηλεφωνικό κέντρο της Άμεσης Δράσης, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία!


Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, γιατί η σκόπιμη σύγχυση δεν είναι ούτε άγνοια ούτε αφέλεια είναι όμως επικίνδυνη.

Το «100» δεν είναι ανακριτική υπηρεσία, δεν είναι εισαγγελία, δεν είναι κέντρο παρακολούθησης τηλεφώνων και ευτυχώς δεν λειτουργεί με βάση ανώνυμες καταγγελίες του τύπου «μου έδωσαν έναν αριθμό, πιάστε τον».

Η Άμεση Δράση παρεμβαίνει σε εξελισσόμενα ή άμεσα απειλητικά περιστατικά, όχι σε υποθετικά σενάρια, ούτε σε καταγγελίες χωρίς θύμα, χωρίς έγκληση και χωρίς στοιχειώδη νομική βάση.

Ο αρθρογράφος μας λέει –ούτε λίγο ούτε πολύ– ότι αρκεί ένας «άγνωστος πολίτης» να καλέσει, να δώσει έναν αριθμό κινητού και η αστυνομία οφείλει να αρχίσει ανθρωποκυνηγητό.

Δηλαδή, αν αύριο εγώ καλέσω το «100» και δηλώσω εκδικητικά τον αριθμό του γείτονά μου, του πρώην συντρόφου μου ή ενός πολιτικού μου αντιπάλου, ότι προσπάθησε να με εξαπατήσει, η ΕΛΑΣ θα πρέπει να τρέξει να τον «πιάσει».

Αν αυτό δεν είναι συνταγή αυταρχισμού, κατάχρησης εξουσίας και πλήρους κατάργησης του Κράτους Δικαίου, τότε τι είναι;

Η μήνυση δεν είναι γραφειοκρατικό καπρίτσιο. Είναι η ελάχιστη νομική εγγύηση ότι αυτός που καταγγέλλει αναλαμβάνει ευθύνη για όσα λέει. Χωρίς μήνυση, χωρίς επίσημη καταγραφή, χωρίς ταυτοποίηση του καταγγέλλοντος, δεν υπάρχει υπόθεση – υπάρχει κουτσομπολιό.

Η αστυνομία δεν λειτουργεί με κουτσομπολιά.

Το επιχείρημα «ναι, αλλά μετά εξαπάτησαν μια ηλικιωμένη» είναι δημοσιογραφικά ανήθικο και λογικά σαθρό.

Η αστυνομία δεν κρίνεται με βάση το τι αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αλλά με βάση το τι γνώριζε και τι μπορούσε νόμιμα να πράξει τη δεδομένη στιγμή. Αν ίσχυε η λογική του αρθρογράφου, τότε κάθε Κρατική Υπηρεσία θα έπρεπε να προβλέπει το μέλλον.

Ας κλείσουμε τα δικαστήρια και ας ανοίξουμε μαντεία.
Ακόμα χειρότερο: το κείμενο επιχειρεί συνειδητά να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον των αστυνομικών του «100», παρουσιάζοντάς τους ως αδιάφορους ή ανίκανους, ενώ στην πραγματικότητα έκαναν ακριβώς αυτό που ορίζει ο νόμος.

Όχι αυτό που θα βόλευε ένα δραματοποιημένο αφήγημα, όχι αυτό που θα «έγραφε καλά», αλλά αυτό που επιτρέπεται σε μια Δημοκρατία.

Η Δημοσιογραφία δεν είναι “καφενείο“, ούτε δικαστήριο του Facebook.

Όταν μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης, λαϊκισμού και υποβολής αυθαίρετων απαιτήσεων προς τις Αρχές, παύει να υπηρετεί τον πολίτη και αρχίζει να υπηρετεί σκοπιμότητες και τότε γίνεται όπλο – όχι της αλήθειας, αλλά των συμφερόντων και της άγνοιας.

Αν κάποιοι θέλουν μια αστυνομία που να συλλαμβάνει με βάση ανώνυμα τηλεφωνήματα, ας το πουν καθαρά.

Ας πουν ότι δεν τους ενοχλεί η κατάργηση των δικαιωμάτων, αρκεί να γράφεται ένα «πιασάρικο» άρθρο.

Μέχρι τότε, λίγη σοβαρότητα δεν θα έβλαπτε.

Γιατί η ευθύνη του δημοσιογράφου δεν είναι να φωνάζει πιο δυνατά από τους άλλους, αλλά να ξέρει τι γράφει και ποιες συνέπειες έχει αυτό που γράφει.

Απο την άλλη είναι και φυσικό ο κάθε “δημοσιογράφος” να μη φοβάται τις συνέπειες αυτών που γράφει, διότι παρά τους τόνους “μπούρδας” που έχουν γραφτεί και ειπωθεί ούτε ένας έχει περάσει ποτέ από πειθαρχικό οποιασδήποτε Ένωσης της Θεσσαλονίκης.

Κοινοποίησε το