Μετά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκεί ανάμεσα στα συντρίμμια του πολέμου και της εσωτερικής φαγωμάρας στην Ελλάδα που προσπαθούσε να ορθοποδήσει, εκατοντάδες ήταν οι άτυχοι που η φτώχια τους είχε γονατίσει.
Γονατισμένοι από τις κακουχίες όμως περήφανοι, κουρασμένοι από τις συνθήκες όμως υποχρεωμένοι να συνεχίσουν το δρόμο της ζωής, άλλοι για τον εαυτό τους, άλλη για την γερασμένη μάνα, άλλοι για τον ανήμπορο πατέρα, άλλοι για την οικογένεια, τη γυναίκα και τα παιδιά…
Ανθρώποι με λίγη μόρφωση εξ’ αιτίας του συστήματος της χώρας που ήθελε και θέλει τους περισσότερους να είναι αμόρφωτοι ώστε να ελέγχονται οι μάζες και οι “δεξαμενές” καλύτερα!
Βλέπεις δε τα είχανε καλά και με τους Γερμανούς για να αποκτήσουν προνόμια ακόμη και μετά τον πόλεμο…
Άλλοι πάλι τους Γερμανούς ούτε καν τους είδαν σε φωτογραφία, όμως ένιωσαν την πείνα και τα δεινά που προέκυπταν από το πόλεμο.
Όσοι ήταν στα χωριά άρχισαν δειλά δειλά να καλλιεργούν, άλλοι που δεν είχαν ούτε γλάστρα με χώμα, έγιναν εργάτες, τσομπάνοι και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσαν να κάνουν στην επαρχία για να βγάλουν ένα κομμάτι ψωμί για τον εαυτό τους και τη φαμελιά.
Άλλοι κίνησαν για την πόλη, άλλοι σε Αθήνα, άλλοι στη Θεσσαλονίκη, άλλοι ίσως άλλου…
Έφθασαν εκεί σαν το Θύμιο με το ταγάρι, τον χαρακτήρα που έπαιζε ο αείμνηστος Κώστας Χατζηχρήστος, όμως αντί για ένα καλύτερο αύριο αντιμετώπισαν κι εκεί δυσκολίες, πολλοί άρχισαν να κάνουν “δουλειές του ποδαριού”, άλλος πωλούσε λαχεία, άλλος κάθε μέρα έδινε μάχη για ένα μεροκάματο ότι να ‘ταν και άλλος έκανε τον μικροπωλητή.
Σε αυτή την τελευταία κατηγορία θα σταθούμε σήμερα και θα ανατρέξουμε στο κοντινό παρελθόν “πιάνοντας” τα πράγματα από τη δεκαετία του ’80 και μετά.
Ας θυμηθούμε μαζί ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι που οι περισσότεροι σήμερα ίσως δεν υπάρχουν πια ή βρίσκονται σε βαθιά γεράματα!
Ας θυμηθούμε την κυρία με τα γλειφιτζούρια που με τα κοκοράκια, τα λαγουδάκια, τα πλατιά (γλώσσες όπως τα έλεγαν πολλοί) και τα νούμερα μηλαράκια της μας χαρίζει τις πιο γλυκές μας παιδικές στιγμές που σήμερα είναι οι πιο γλυκές μας παιδικές αναμνήσεις.

Τον καλό μας κουλουρτζή που κάθε φορά που περνούσαμε μας έκοβε την πείνα μέχρι να πάμε σπίτι με τα κουλούρια του, τα μπαστουνάκια του και τα σταφιδόψωμα του.
Τον καλό μας κουλουρτζή που κάθε φορά που περνούσαμε μας έκοβε την πείνα μέχρι να πάμε σπίτι με τα κουλούρια του, τα μπαστουνάκια του και τα σταφιδόψωμα του.

Έπειτα πόσοι δε ελπίσαμε σε ένα καλύτερο αύριο αγοράζοντας ένα λαχείο από τον λαχειοπώλη κάποιας γωνίας ή το πλανόδιο λαχειοπώλη που “έκοβε” χιλιόμετρα κάθε μέρα για να μας προσφέρει ένα γραμμάτιο στην ελπίδα;

Και τον λούστρο; Τον θυμάται κάποιος;
Ακόμη και τη δεκαετία του 1980 έβλεπες λούστρους!
Άνθρωποι που όλη μέρα κάθονταν σε ένα συγκεκριμένο σημείο καθημερινά και περίμεναν κάποιον “μερακλή” για να του γυαλίσουν με περιττή μαεστρία τα λουστρίνια ή τα σκαρπίνια του.
Σε πολλές γωνιές των δρόμων της πόλης έβλεπες και υπαίθριους πάγκους μαναβικής με λίγα αλλά καλά φρούτα συνήθως.
Φυσικά, σε πολλά σημεία έβλεπες και μικροπωλητές να πωλούν οτιδήποτε έφερναν τότε οι μεγάλες αποθήκες ψιλικών, οι οποίες βέβαια θησαύριζαν εκμεταλλεύομενες τη φτώχεια των μεροκαματιάρηδων και την προσπάθεια επιβίωσης τους.
Πόσα επαγγέλματα του ποδαριού δε χάθηκαν μέσα στο χρόνο;
Επαγγέλματα που σήμερα κανείς καλομαθημένος κάτοικος αυτής της χώρας –και επιτηδευμένα δε γράφω Έλληνες– δε θα έκανε σε καμία περίπτωση, ούτε καν βέβαια έχει περάσει από το μυαλό πολλών ότι θα μπορούσαν να τα κάνουν!
Άλλωστε σε μια χώρα που από το 1981 και μετά φρόντισε να δημιουργήσει “Στρατιές” ανέργων επιδοματούχων, δουλεύουν μόνο –Όπως έλεγε και ο Χάρρυ Κλυνν– Οι Αλβανοί, τα ρολόγια, τα καζίνο και τα μυρμήγκια, αν και για τους πρώτους θαρρώ πως και αυτοί απέκτησαν μαζί με τα δεκάδες επιδόματα από τους φόρους των Ελλήνων και την Ελληνική νοοτροπία, του καθισιού και των επιδομάτων!
Και για το τέλος άφησα τρεις κατηγορίες που εξαφανίστηκαν και αυτές.
Πρώτη ο καρεκλάς!
Πόσα πρωινά ή μεσημέρια δεν ακούγονταν η φωνή του καρεκλά να φωνάζει μια και μόνο ατάκα…
“Ο καρεκλάς” που το έλεγε με μια περίεργη κατάληξη στην προφορά και ακούγονταν “Ο καρεκλάης”!
Ήταν ο άνθρωπος που επί τόπου και για λίγες μόνο δραχμές έκανε τις καρέκλες που είχαν κάθισμα από ψάθα ολοκαίνουργιες!
Δεύτερη: Ο γαλατάς.
Ήταν ο άνθρωπος που έφερνε πραγματικό γάλα στο σπίτι καθημερινά και έπινες πραγματικό φρέσκο γάλα και όχι χημικές αηδίες και “νερά” σα τα σημερινά που αντί να σε δυναμώνουν σου χαλάμε το στομάχι!
και τρίτη και τελευταία ο παλιατζής.
Ο παλιατζής ο τίμιος που γυρνούσε με τα πόδια από γειτονιά σε γειτονιά και αγόραζε όλα τα παλιά κοψοχρονιά μεν αλλά τουλάχιστον δε τον πληρωμές κι όλας όπως γίνεται σήμερα!
Οι εποχές αλλάζουν οι άνθρωποι χάνονται και μαζί τους και τα επαγγέλματα.
Η κυρια φωτογραφία του άρθρου είναι από έναν μικροπωλητή παλαιοπώλη που πουλάει ότι βρίσκει στην στάση των λεωφορείων στην οδό Μίκη Θεοδωράκη (Τέως Λαγκαδά) στο Βαρδάρη της Θεσσαλονίκης.
Ενώ η φωτογραφία με τα γλειφιτζούρια είναι από το καροτσάκι της μητέρα μου της κυρά Στέλλας που στο τέλος έκανε αυτό το επάγγελμα γιατί αποτελούσε τρόπο ζωής για εκείνη και τα περισσότερα γλειφιτζούρια τα χάριζε παρά τα πωλούσε!
Στις άλλες 2 φωτογραφίες από το βίντεο κλίπ μου “Βραδιάζει” διακρίνονται μια λαχειοπώλης και ένας πάγκος με κουλούρια κλειστού τύπου με βιτρίνα.
Δεν ήθελα να τονίσω κάτι με αυτό το άρθρο παρά μόνο μια γλυκειά νοσταλγία για εκείνες τις εποχές και για τους ανθρώπους που έδωσαν τη δική του μάχη επιβίωσης.
