Του Δημήτρη Βαλάντη Καραμπουρούνη.
Στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία εισέβαλε στρατιωτικά στην Κύπρο με την πρόφαση της προστασίας της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ύστερα από το πραξικόπημα που οργάνωσε η ΕΟΚΑ Β του Γεωργίου Γρίβα και η χούντα των Αθηνών με αρχηγούς του Ελληνικού Κράτους τους Δημήτρη Ιωαννίδη και Φαίδωνα Γκιζίκη.
Η επιχείρηση με την κωδική ονομασία «Αττίλας» οδήγησε στην κατάληψη του 37% του κυπριακού εδάφους, στον ξεριζωμό περίπου 200.000 Ελληνοκυπρίων και στην εδραίωση μιας de facto διχοτόμησης που παραμένει ως σήμερα.
Περίπου 4.000 Κύπριοι και Ελλαδίτες σκοτώθηκαν κατά την εισβολη, οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι, αλλά και Τουρκοκύπριοι σε κάποιες περιπτώσεις που αμύνθηκαν οι Κύπριοι.
Ανάμεσα στους νεκρούς περιλαμβάνονται:
Άμαχοι, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι.
Μαχητές της Εθνικής Φρουράς και Ελλαδίτες στρατιώτες.
Εκτελέσεις αιχμαλώτων ή μαζικές σφαγές σε χωριά όπως στο Αστρομερίτη, Ατόχου, Σανταλάρη, Μαράθα, Αλόα, ήταν τα εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας που διέπραξε η Τουρκική Βαρβαρότητα.
Περίπου 1.619 Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες δηλώθηκαν ως “αγνοούμενοι”, ουσιαστικά εκτελεσθέντες μετά την εισβολή.
Μετά από δεκαετίες ερευνών, μέσω ανασκαφών και ανάλυσης DNA, έχουν ταυτοποιηθεί και επιστραφεί στις οικογένειες τα λείψανα αρκετών εκατοντάδων.
Παρά ταύτα, περισσότεροι από 700 Ελληνοκύπριοι παραμένουν αγνοούμενοι μέχρι σήμερα.
Υπαρχουν βέβαια και Τουρκοκύπριοι αγνοούμενοι μιας που μάλλον επάνω στον παροξυσμό τους οι Τούρκοι δεν υπολόγισαν ούτε τους δικούς τους ανθρώπους και προφανώς τους παράχωσαν και αυτούς σε ομαδικούς τάφους.
Εκατοντάδες εκκλησίες, μοναστήρια και κοιμητήρια καταστράφηκαν ή βεβηλώθηκαν.
Αντίκες, εικόνες και έργα τέχνης λεηλατήθηκαν ή διακινήθηκαν παράνομα στο εξωτερικό.
Πολλοί αρχαιολογικοί χώροι έμειναν απροστάτευτοι.
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η Κύπρος παραμένει διχοτομημένη, με τη «γραμμή Αττίλα» να χωρίζει ένα Ευρωπαϊκό πια κράτος στα δύο.
Παρά τα ψηφίσματα του ΟΗΕ που ζητούν την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων και την επιστροφή των προσφύγων, η Διεθνής Κοινότητα έχει συνηθίσει στην ιδέα της αδράνειας.
Και ενώ η Τουρκία ενισχύει συνεχώς την παρουσία της στα κατεχόμενα και παγιώνει την κατάσταση με νέες προκλήσεις – από το άνοιγμα της Αμμοχώστου μέχρι την πολιτική απομόνωση των Τουρκοκυπρίων από την Κυπριακή Δημοκρατία – οι κυβερνήσεις σε Ελλάδα και Κύπρο διαχρονικά απέτυχαν να επιβάλουν ουσιαστική πίεση ή να εκμεταλλευτούν ευκαιρίες για λύση προς όφελος του κυπριακού λαού.
Η στάση των Ελληνικών και Κυπριακών κυβερνήσεων από το 1974 μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται από αναποφασιστικότητα, φόβο και συχνά έλλειψη στρατηγικού οράματος.
Αντί για μια συντονισμένη, μακροπρόθεσμη διπλωματική καμπάνια, παρατηρείται αποσπασματική διαχείριση της κρίσης, με έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.
Η προσκόλληση σε κεκτημένα της Ευρωπαϊκής ένταξης και οι συνεχείς υποχωρήσεις στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων έχουν οδηγήσει σε ένα επικίνδυνο τέλμα, όπου η απραξία μεταφράζεται σταδιακά σε αποδοχή της διχοτόμησης.
Αντί να δοθεί έμφαση στην ανάδειξη του Κυπριακού ως Ευρωπαϊκό και όχι μόνο Ελληνοτουρκικό ζήτημα, με στόχο την ουσιαστική ενεργοποίηση της Ε.Ε. βλέπουμε μια εσωστρέφεια και αμηχανία.
Κάθε νέα τουρκική πρόκληση αντιμετωπίζεται με δηλώσεις, διαβήματα και… Αναμονή για καλύτερες μέρες!!!
Η τραγωδία της Κύπρου δεν είναι μόνο ιστορική – είναι διαρκής και επίκαιρη.
Η γενιά που βίωσε την προσφυγιά γερνά, και μαζί της ξεθωριάζει η μνήμη και η απαίτηση για Δικαιοσύνη.
Και οι νέες γενιές γεννιούνται και γαλουχούνται μέσα σε συνθήκες κοινωνικού μα και Πολιτικού “βολέματος” και οι περισσότεροι νέοι Κύπριοι θεωρούν πια μια δεδομένη κατάσταση την κατοχή της χώρας τους, όσο για τις νέες γενιές Ελλήνων, δεν επιδέχεται καμίας συζήτησης το ότι αγνοούν σε ποσοστό τουλάχιστον 98% του πληθυσμού ηλικιών 18-30 ακόμη και την υπάρξει του Κυπριακού προβλήματος!
Αν δεν υπάρξει ριζική αναθεώρηση της στάσης των ηγεσιών μας, με πραγματική βούληση, σχέδιο και δράση, τότε η κατοχή κινδυνεύει να μετατραπεί σε «λύση» μέσα από την αδράνεια.
Η Κύπρος δεν μπορεί να περιμένει άλλα 51 χρόνια!


