Εισήγηση στην βιβλιοπαρουσίαση :
«Μάρκος Μπόλαρης,
Πολιτική του τόπου – Ποιητική του τρόπου»
Εκδόσεις Αρμός –
Αθήνα , Δεκέμβρης 2022
Του Βασιλείου Κλείτσα, Διδάκτορος Φιλολογίας , Καθηγητή του Μουσικού Σχολείου Βόλου
Ο Μάρκος Μπόλαρης γεννήθηκε στα Σέρρας, από γονείς Κρητικούς και Λημνιούς. Μεγάλωσε και ανατράφηκε μέσα σε πολιτικοποιημένη οικογένεια βενιζελικών φρονημάτων, η οποία βίωνε μνήμες του Μακεδονικού Αγώνα, των Βαλκανικών Πολέμων, των δύο Μεγάλων Πολέμων που ακολούθησαν, αλλά και της Εθνικής Αντίστασης (βλ. https://el.wikipedia.org/wiki/Μάρκος_Μπόλαρης). Ο ίδιος ασχολήθηκε στην πορεία της ζωής του με την πολιτική από διάφορες θέσεις και φορείς, και το 2022 πρωτοδημοσίευσε το νέο του βιβλίο, έναν δοκιμιακό και λυρικό λόγο, με τον τίτλο «Πολιτική του τόπου – Ποιητική του τρόπου».
Ο συνδυασμός του ανθρώπου που ενδιαφέρεται τόσο για την ενεργό πολιτική ζωή όσο και για την ποίηση (εν γένει, τη λογοτεχνία), και μάλιστα την ποίηση του λυρισμού, δεν μας είναι, φυσικά, άγνωστος. Να αναφέρουμε εδώ ένα παράδειγμα από τα αρχαία ήδη χρόνια; Ο νους μας θα πάει πρώτα πρώτα στον Σόλωνα, τον νομοθέτη των Αθηνών. Αλλά και άλλοι λογοτέχνες οι οποίοι με το έργο τους έκριναν, επαινούσαν ή έψεγαν την πολιτική επικαιρότητα της εποχής τους υπήρξαν, όπως ο Αλκαίος, ο λυρικός ποιητής από τη Μυτιλήνη. Τα δύο αυτά παραδείγματα μπορεί να είναι απελπιστικά γνωστά σε όλους μας, ωστόσο τα υπενθυμίζουμε σκόπιμα, για μια πρώτη ένταξη του συγγραφέα μέσα σε μια γνώριμη από την ιστορία γραμματολογική παράδοση. Κυρίως, όμως, για τον σκοπό αυτόν προϋπόθεση είναι να προσεγγίσουμε τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο ίδιος ο συγγραφέας στο έργο του:
Σεβασμιότατε, κυρίες και κύριοι,
Από την πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά, και όσο οδεύουμε προς στη γενιά του ’70, διαμορφώνονται στην Ελλάδα νέα χαρακτηριστικά ρεύματα για τη γραμματεία μας: 1. Ο δοκιμιακός λόγος εισβάλλει στο καθαρά λογοτεχνικό κείμενο, 2. η αμφισβήτηση και η πολιτική αποστασιοποίηση των συγγραφέων, ή, στον αντίποδα(;), ο ατομικός και συλλογικός αγώνας (ειρωνικά, πολλές φορές), 3. η διάψευση των προσδοκιών, των ονείρων και των οραμάτων, της κοινωνίας (ας μη ξεχνάμε ότι μέσα στο λογοτεχνικό σύμπαν της αριστεράς συναντούμε τη «γενιά της ήττας»), 4. η διαμαρτυρία, 5. ο καταναλωτισμός. Η λογοτεχνία τώρα, για να εκφραστεί, χειρίζεται διάφορες τεχνικές: 1. τη ρεαλιστική γραφή σε συνδυασμό με τη μυθοπλασία, 2. το βίωμα και την εμπειρία, 3. τη μνήμη ως βασική γενεσιουργό ύλη για τη συγγραφή, 4. το νατουραλιστικό περιβάλλον, όχι όμως σε άφθονες εικόνες, όπως μάς είχαν συνηθίσει οι κλασικοί λογοτέχνες, αλλά δοσμένο με φειδώ.
Κυρίως, όμως, βλέπουμε τον εξοστρακισμό της φύσης της υπαίθρου από τα λογοτεχνικά κείμενα και την αντικατάστασή της από τη ζωή του αστικού χώρου: Ο σκοπός των ποιητών και των πεζογράφων δεν είναι πια ένας ακόμη διθύραμβος της φύσης ως «μιας αφηρημένης έννοιας», αλλά η φύση τώρα είναι αυτή που «υπηρετεί τον σκοπό της αφήγησης. Ο στοχασμός, το συναίσθημα, το ιστορικό και το προσωπικό βίωμα, η σύνδεση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν ή το Βυζάντιο, ο ταραχώδης πολιτικός βίος, οι περιπέτειες του Ελληνισμού επηρεάζουν την πρόσληψη και την απόδοση του ελληνικού τοπίου. Το τοπίο αντηχεί πλέον το εσωτερικό τοπίο: αντηχεί τους φόβους, τις ελπίδες, τις ενοράσεις, τις απογοητεύσεις. Οι νεοέλληνες συγγραφείς βλέπουν το ελληνικό τοπίο με τα μάτια της ψυχής τους. Έτσι, μετά τη γενιά του 1880 και την «ηθογραφία» είναι δύσκολο πια να καταγράψει κανείς μια γενική τάση στην απόδοση της φύσης» (για πολλά από τα παραπάνω βλ. https://www.contentarchive.wwf.gr/images/pdfs/fysi-logotehnia.pdf). (Ας σημειώσουμε εδώ ότι υπάρχει ήδη σε εξέλιξη συνέδριο, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στην Κρήτη το ερχόμενο φθινόπωρο, με θέμα τις «Όψεις της φύσης στη νεοελληνική λογοτεχνία». Ανάμεσα στις ενότητες περιλαμβάνεται και η «Οικολογική λογοτεχνία και οικολογικές προσεγγίσεις της λογοτεχνίας», όπου θα εξεταστεί το πώς αποδίδει ένας συγγραφέας τη μεταμόρφωση του τοπίου μέσα από διάφορες κοινωνικές και πολιτικές οπτικές).
Ήταν λοιπόν αναμενόμενο, εφόσον οι συγγραφείς διώχνουν πια τη φύση από τα ενδιαφέροντά τους, να χρειάζονται όλο και λιγότερο την τεχνική της περιγραφής στο έργο τους, και να κερδίζει έδαφος η αφήγηση. Σε αυτό συνέβαλαν, βέβαια, και εξωγενείς παράγοντες. Λ.χ. από το 1900 εισβάλλει ο κινηματογράφος, και κυρίως από το 1960 και μετά κάνει, στην καθημερινότητα των ανθρώπων, την εμφάνισή της η τηλεόραση. Ο κόσμος χορταίνει πια από εικόνες και έτσι οι λογοτέχνες -τι να κάνουν;- αναζητούν αναγκαστικά νέα θέματα, για να συγκινήσουν το αναγνωστικό κοινό. Αυτά ώς τώρα. Από την εμφάνιση όμως της συγγραφικής γενιάς του ’80 και μετά, διακρίνεται και πάλι μια συγκρατημένη τάση για περιγραφή και λυρισμό μέσα στα κείμενα, και μια πιο αυξημένη τάση για δοκιμιακό λόγο, κάτι που το υιοθετούν και συγγραφείς που εμφανίστηκαν σε προηγούμενες γενιές.
Η παραπάνω τάση των συγγραφέων οδήγησε και στην τροποποίηση της ποιητικής γλώσσας: Εγκαταλείπεται το «κοσμητικό επίθετο» -που χαρακτηρίζεται πλέον ως «κατάρα» για το κείμενο- ενώ γίνεται συχνότερη χρήση του ρήματος, κυρίως, και του ουσιαστικού, τα οποία αποδίδουν με περισσότερη δύναμη, υπαινιγμό και πυκνότητα τα νοήματα.
Μετά από αυτή τη σύντομη εισαγωγή, ας έρθουμε στον αποψινό συγγραφέα, για τον οποίο γίνεται ο λόγος: Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της σύγχρονης γραμματείας (έλλειψη περιγραφής και εικόνας, αποστροφή της φύσης, εγκατάλειψη του επιθέτου) κάθε άλλο παρά τα συναντούμε στο έργο του Μάρκου Μπόλαρη. Και αυτό το στοιχείο δείχνει αρχικά να τον διαφοροποιεί ή/και να τον απομακρύνει από τους άλλους σύγχρονους συγγραφείς. Από την άλλη μεριά όμως ηχούν μέσα στα κείμενά του οι αισθήσεις, η μνήμη, ο σύγχρονος προβληματισμός (που αποδίδονται με εισαγωγικές ή επιλογικές περιγραφές του φυσικού τοπίου), και οπωσδήποτε ηχεί το βίωμα και η εμπειρία. Και αυτά ακριβώς τα στοιχεία φτάνουν, νομίζω, για να τον «πολιτογραφήσουν» δίκαια ανάμεσα στους συγγραφείς και τις τάσεις της εποχής μας.
Πρώτα όμως τα ίδια τα κείμενα:
Ι. Ποιητική του τρόπου: Στις ιστορίες/δοκίμια του Μάρκου Μπόλαρη συναντούμε:
- Αισθήσεις και μνήμη: Η πρώτη, για παράδειγμα, αφήγηση του βιβλίου με τον τίτλο «Πρόκληση ωραιότητος και ευωδίας!» ξεκινά με την πρόσληψη της μυρωδιάς ως αίσθησης. Η μυρωδιά είναι αυτή που ξυπνά μνήμες στον συγγραφέα και, μαζί, την ανάγκη για αναφορές στο παρελθόν: «Τι βαθιές εγγραφές που αφήνει η όσφρηση στη μνήμη! Του βαθυκόκκινου βελούδινου τριαντάφυλλου, του λεπτεπίλεπτου γιασεμιού, των λεμονανθών, του ταπεινού νυχτολούλουδου, του καλοτσιγαρισμένου κρεμμυδιού, της σαρδέλας στα κάρβουνα από κληματσίδες… του αυγουστιάτικου μουσακά… της κανέλλας που ευωδίαζε το ρυζόγαλο και του αρισμαρί να πρέψει το κρέας!» (σ. 9). Οι οσφρητικές αυτές εικόνες συνδέονται με τον τόπο, δηλ. με την ματιά του αφηγητή για τον τόπο: «Είναι λογοτεχνική η διαπίστωση παλιότερων που ισχυρίζονται ότι οι πόλεις, κάθε πόλη, έχουν τη δική τους μυρωδιά!… θαρρώ πολλές φορές πως είναι πιο βαθιές οι χαρακιές της όσφρησης στο μυαλό από τις αποθηκεύσεις των οπτικών εικόνων… (σ. 9) Κι είναι η πρώτη αίσθηση της νοτισμένης, ταγγιασμένης κάποτε γης που σε προϊδεάζει, μόλις ξεκλειδώσει η ξώπορτα, για τις διηγήσεις που προλογίζει, τις ιστορίες που αρχινάει… για τις ψυχές που ζήσαν, που χάρηκαν και χόρεψαν, ερωτεύτηκαν και αγαλλίασαν, πόνεσαν, αρρώστησαν, μετέστησαν, ήγουν βίωσαν εν όλω… σε τούτη τη σωτήρια κιβωτό βιωτής!» (σ. 12). Η μυρωδιά λοιπόν φέρνει στον συγγραφέα την ακούσια μνήμη. Η αίσθηση, γενικά, φέρνει την ακούσια μνήμη. Κι εδώ θα μου επιτρέψετε να κάνω έναν παραλληλισμό: Εδώ ακριβώς έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό μοτίβο, το οποίο έγινε διάσημο μέσα από τον γάλλο Μαρσέλ Προυστ στο περίφημο μυθιστόρημά του με τον τίτλο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Ο αφηγητής εκεί αισθάνεται τη μυρωδιά και τη γεύση ενός μπισκότου μαντλέν, οι οποίες του ξυπνούν αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων. Γράφει λοιπόν ο Προυστ: «Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι, αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές, αλλά πιο μακρόβιες, πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές, η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα, σαν τις ψυχές, για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ όλα αυτά τα ερείπια, να βαστούν χωρίς να λυγίζουν, πάνω στη μικρή σχεδόν άυλη σταγόνα τους, το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης.» (Για τα παραπάνω βλ. (μτφρ. Π. Ζάννας), Αθήνα, Ηριδανός, χ.χ.).
Και νά που και εδώ, το στοιχείο της φθοράς για το οποίο μιλά ο Προυστ επανέρχεται στην πρώτη ιστορία του Μάρκου Μπόλαρη: «Μου άρεσε πάντα η αίσθηση της όσφρησης που αναδύεται, αίσθηση νοτισμένη από την υγρασία κι απ’ την κλεισούρα, αίσθηση που κατακλύζει τη μύτη, όσφρηση από τα παλιά σπίτια, κατοικίες που, καθώς αποβίωσαν οι ιδιοκτήτες τους, καθώς έμειναν χωρίς εν-οίκους, κρατούν καλά κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα…» (σ. 10).
(Συχνά στη γραμματεία υπάρχουν εφαπτόμενα θέματα, τα οποία μπορεί να είναι συμπωματικά ή να προέρχονται από παρόμοια βιώματα και εμπειρίες, ή που μπορεί να είναι διάχυτα και έτσι περνούν ανεπαίσθητα από εποχή σε εποχή και από συγγραφέα σε συγγραφέα). Από την πλευρά αυτή, επομένως, ο Μάρκος Μπόλαρης νομιμοποιείται να μιλά για μνήμη μέσω των αισθήσεων.
Τι υπάρχει , όμως, γενικότερα στην παραπάνω αφήγηση: Υπάρχει περιγραφή και εντυπωσιακή διαδοχή –σχεδόν έκρηξη– εικόνων, χρήση του επιθέτου, κειμενικές επαφές ακούσιες και εκούσιες με αποσπάσματα άλλων λογοτεχνών, επώνυμων συνηθώς ή/και κορυφαίων, με τα οποία αποτυπώνεται καλύτερα το βίωμα, η εμπειρία, και η μνήμη του δικού μας συγγραφέα. Η μνήμη, συγκεκριμένα, διατρέχει ολόκληρη την αφήγηση, με θέματα όπως: η ανοικοδόμηση των πόλεων, η φθορά και ο θάνατος του παλιού και γραφικού, η απογοήτευση και η διαμαρτυρία του αφηγητή/ποιητή για τη μετάλλαξη του τόπου και της φύσης. Και είναι στοιχεία που διαχέονται σε όλες τις επόμενες αφηγήσεις. Επομένως, από την πρώτη κιόλας ιστορία ο συγγραφέας θέτει τον προγραμματισμό του. - Σύνθεση του λόγου: Η σύγχρονη γραμματεία χαρακτηρίζεται για τον σύντομο και κοφτό λόγο, με μικρές περιόδους και παρατακτική σύνδεση, η οποία δεν κουράζει τον σημερινό αναγνώστη, αλλά έτσι η ίδια απομακρύνεται και δεν φτάνει σε ποιότητα και ύψος τον αριστοτεχνικό λόγο του Σεφέρη, του Εμπειρίκου και του Ελύτη, για παράδειγμα, με την αξιοθαύμαστη πλοκή τους. Στα κείμενα του Μάρκου Μπόλαρη παρατηρούμε και εδώ κάποια αντίσταση στις σύγχρονες τάσεις: «Ναι, το ξύλο είναι ζωντανή ύλη. γι’ αυτό κι ο ξυλουργός, ο μαραγκός, ο επιπλοποιός, ο μάστορης… μα πιότερο από όλους ο γλύπτης, ο ξυλογλύπτης μιλά με το δέντρο… καθώς το τεμαχίζει σε πλάκες, το οργανώνει σε νταμπλάδες, το πυργώνει σε κολόνες… επεξεργάζεται τα κορδόνια κι είναι απ’ αυτό που τα παλιά ξυλουργήματα… τόσο του παλατιού, όσο και του ταπεινού αγροτόσπιτου, τόσο της Μητρόπολης όσο και της εκκλησιάς και του ξεχασμένου ξωκκλησιού είναι έργα συνομιλίας, συνομιλίας αγαπητικής του τεχνίτη με το συγκεκριμένο ξύλο… με τις δικές του ικανότητες, το δικό του μεράκι, τη δική του μαεστρία, με την ιδιαιτερότητα κάθε ξύλου, άλλο χρώμα ξύλου το κάθε δέντρο, κοκκινίζον ή οξιά… ξέξασπρη η λεύκα… άλλες οι μυρωδιές, οι ευωδιές κάθε δέντρου. Αλλιώτικα τα «νερά» που διατρέχουν τη σάρκα κάθε ξύλου. (Θα μπορούσε η αφήγηση αυτή να συνεχιστεί στον ίδιο ρυθμό για πολύ ακόμη). Βλέπουμε ότι, παρόλο που ο αναγνώστης αργεί να βρει τελεία, ωστόσο ο λόγος του Μάρκου Μπόλαρη είναι ξεκάθαρος, εύπεπτος και απλός, αλλά καθόλου απλοϊκός, πλουτίζει τον αναγνώστη με λέξεις και πληροφορίες, και, κυρίως, δεν τον κουράζει, αλλά τον ελκύει για συνέχιση της ανάγνωσης. (Το καλό σύγγραμμα σήμερα δεν είναι κατ’ ανάγκην εκείνο που ψάχνει πρωτότυπα θέματα, αλλά εκείνο που κρατά την ένταση στην ανάγνωση και το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο όσο γίνεται). Και, νομίζω, αυτό το πετυχαίνει αβίαστα ο Μάρκος Μπόλαρης.
- Διακειμενικές αναφορές: Μέσα στις ιστορίες του συγγραφέα παρεμβάλλονται οργανικά πάμπολλα αποσπάσματα από άλλους πεζογράφους και ποιητές, κάτι που μας παραπέμπει σε χαρακτηριστικά γνωρίσματα των μοντέρνων λογοτεχνών, όπως του Σεφέρη. Έτσι, από την οπτική αυτή ο Μάρκος Μπόλαρης δεν κινείται αυθαίρετα, αλλά αξιοποιεί λόγια άλλων ποιητών και πεζογράφων, για να αποτυπώσει συνειρμικά τον προβληματισμό του συνδέοντας το λογοτεχνικό παρελθόν με τη δική του εποχή, εμπλουτίζοντας τόσο την έκταση των κειμένων του όσο τον δικό του τρόπο γραφής με τον οποίο καταστρώνει τις ιδέες του, χωρίς να αντιγράφει το ύφος κάποιου από τους ομοτέχνους του. και αυτό αποτελεί, νομίζω, τη σημαντικότερη αρετή για έναν συγγραφέα (ο συγγραφέας επηρεάζεται με γόνιμο τρόπο, αλλά δεν αντιγράφει).
Από ποιους, όμως, αντλεί ο συγγραφέας μας; 1) Από βιβλικά κείμενα ή/και κείμενα της εκκλησιαστικής υμνογραφίας: «[τα σπίτια] παραμένουν μάρτυρες σιωπηλοί, πλην καίριοι και αψευδείς, της διάβασης των γενεών “άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει”» (σ. 10), «Οφθαλμούς έχουσι και ουκ όψονται, ώτα έχουσι και ουκ ενωτισθήσονται» (σ. 11), «διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον» (σ. 23), «τον βότρυν τον πέρπειρον η γεωργήσασα, και του ευφραίνοντος καρδίας ανθρώπων οίνου» (σ. 28), «αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος, εν ή πλοία διαπορεύονται» (σ. 44), «εν αρχή ην ο Λόγος» (σ. 60), 2) από τον Όμηρο, για να θρηνήσει, για παράδειγμα, την «πύρινη λαίλαπα των πυρκαγιών: «Μηκέτι, Ατρέος υιέ, πολύν χρόνον ασκελές ούτω κλαι» (σ. 63), τον Ευριπίδη: «πόλεμον γαρ εισήνεγκεν Ελλήνων χθονί και Φρυξί δυστήνοισι» (σ. 74), «… Οι μεν δυσομένου Υπερίονος οι δ’ ανιόντος Αντιόων ταύρων τε αρνείων εκατόμβης» (σ. 88), τον μέγα Θουκυδίδη: «Κτήμα ες αεί» (σ. 64), 3) από τους παλιότερους ή μοντέρνους ποιητές, λ.χ. τον Καβάφη: «Σας έξαφνα ώρα μεσάνυχτ’ ακουστεί» (σ. 220), τον Ρίτσο: «Άι, κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε το λιόγερμα» (σ. 28), «Κυρά, Κυρά, θαλασσινή και στεριανή με τα λουλουδιασμένα μάγουλα» (σ. 168), τον Εγγονόπουλο: «Ωραίοι ως Έλληνες» (σ. 240), τον Ελύτη, πάμπολες φορές: «Άγιε Σώζοντα, που εφοράς τα πέλαγα» (σ. 44), «Σε λεν Σελήνη και σε λεν Σελάνα» (σ. 53), «Έχουμε παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα/ χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε/ μπήκαμε μέσα σ’ όλα και περάσαμε» (σ. 71), «Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς… Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας» (σ. 92), κτλ. - Αφήγηση: Με μια πρώτη ματιά θα εκτιμούσε κανείς ότι ο Μάρκος Μπόλαρης στα κείμενά του επιδίδεται, σχεδόν κατεξοχήν, στην περιγραφή, χωρίς να μας δίνει αρκετά δείγματα άσκησης επάνω στην καθαρή αφήγηση. Τα πράγματα όμως δεν είναι απόλυτα έτσι: Ξεχωρίζω, ανάμεσα στις υπόλοιπες ιστορίες του βιβλίου, εκείνη της «Σεβαστής! Συναξάρι ταπεινής συνοδοιπορίας»: Η Σεβαστή είναι μια γυναίκα που έμεινε χήρα στα είκοσι επτά της χρόνια με τέσσερα ορφανά, όταν ο άντρας της πέθανε από ευλογιά. Η ίδια έπρεπε να δουλεύει στην αγροτιά της μικρής κοινωνίας στη Φισίνη της Λήμνου, έναν κατά τα άλλα ευλογημένο τόπο. Στη ζωή της παραστάθηκαν ο γερο-Νικόλας ο Λαδάς ο πεθερός της και ο μπαρμπα-Χαράλαμπος ο Βαρελτζής ο πατέρας της. Κι ήταν τότε, με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, που έφτασε ο ναύαρχος Κουντουριώτης με το Θωρηκτό Αβέρωφ να απελευθερώσει από τους Τούρκους το νησί, που είχε να δει ρωμαίικο στρατό από την εποχή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου του Δραγάτση. Τα ορφανά της Σεβαστής μεγάλωναν και μάθαιναν γράμματα στο σχολείο απέναντι από την εκκλησία του Άη Γιάννη, μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια, και καταλαβαίνοντας τον μόχθο της μάνα τους έτρεχαν να τη βοηθήσουν να βγάλουν το φαγί τους, λίγα λάχανα και πράσα από τον μπαξέ. Κι ήταν τότε που ήρθαν τα εγγλέζικα βαπόρια στο νησί, στον κόλπο του Μούδρου, για την απόβαση των συμμάχων στη χερσόνησο της Καλλίπολης. Τότε ήταν που γέμισαν τραυματίες τα στρατιωτικά νοσοκομεία της Λήμνου. Κι η Σεβαστή πήγαινε με το γαϊδουρέλι και με άλλες γυναίκες στον Μούδρο, και μάζευαν τα σκισμένα και ματωμένα ρούχα των στρατιωτών, και τα πλέναν όλη νύχτα, και τα σιδερώναν, για να τα επιστρέψουν πάλι στον Μούδρο. Κι ήταν ικανοποιημένη η Σεβαστή, αφού έτσι εξασφάλιζε τον λιγοστό επιούσιο για τα παιδιά της, που την κοίταζαν στα χέρια κάθε φορά που γύρναγε. «Τις θυσίες, τους αγώνες, τους κόπους και τους μόχθους, τον κάματο και τις αγρυπνίες, τις αγωνίες και τις στερήσεις της Σεβαστής, κάθε Σεβαστής, ποιος τους σεβάστηκε; Ποιος τους ύμνησε, ποιος τους τίμησε;», αναρωτιέται ο αφηγητής, και θέλει την επαύριο, Κυριακή των Μυροφόρων, να της ανάψει, μέσα στην εκκλησιά του Άη Γιάννη, ένα μελισσοκέρι στη μνήμη της.
Η αφήγηση είναι ευθύγραμμη, με αρκετές αναδρομές σε δυνατές στιγμές της ελληνικής ιστορίας, η υπόθεση πρωτότυπη και βιωματική, γιατί ο μικρότερος γιος της Σεβαστής είναι ο εκ μητρός παππούς του αφηγητή. Πρόκειται, νομίζω, για το καλύτερο κείμενο ολόκληρου του βιβλίου.
ΙΙ. Πολιτική του τόπου: 1. Ο Μάρκος Μπόλαρης, λόγω και της ιδιότητάς του ως πολιτικός, θα μπορούσε εύκολα να «ενταχθεί», από πολλούς αναγνώστες, στους λεγόμενους «στρατευμένους» συγγραφείς. Ασκεί τη δική του κριτική, αν και όχι με οξύτητα, όπως θα περιμέναμε, σε πολιτικές τακτικές κομμάτων που βρέθηκαν στον αντίποδα της δικής του ιδεολογίας. Η μεταπολεμική περίοδος, για παράδειγμα, στην ελληνική ιστορία χαρακτηρίζεται, μεταξύ των άλλων, από τον νόμο της αντιπαροχής, και συγκεκριμένα από τη γιγάντωσή του (γιατί υπήρξε ένας νόμος που είχε ψηφιστεί στη χώρα ήδη από το 1929 (ως νόμος περί “οριζόντιας ιδιοκτησίας”)). Ωστόσο, η αντιπαροχή άφησε οριστικό το αποτύπωμά της στη νέα μορφή των ελληνικών πόλεων, άλλαξε τη φυσιογνωμία τους, αλλά και αποτέλεσε, συγχρόνως, σε πολιτικό επίπεδο, ένα ακόμη μέσο αντι-καραμανλικής κριτικής.
Χωρίς να κατονομάζει ο Μάρκος Μπόλαρης τους «υπαιτίους» για την αλλαγή του ελληνικού τοπίου τοποθετείται, θα λέγαμε, με παραπικρασμό στη συνολική πολιτική επιλογή της αντιπαροχής στην Ελλάδα. Ακούγεται σαν ελεγεία: «Ναι, τούτα τα σπίτια ως οι κιβωτοί της ζωής,… οργάνωσης τρόπου της εν συνόλω ζωής, επιτευχθέντος επιπέδου αυτοδιοίκησης… απόδειξης της επιδεξιότητας των πετράδων, των οικοδόμων, των σιδεράδων, των μαραγκών, των σοβατζήδων,… όλων των ισναφιών που εμπλέκονταν στην ανοικοδόμηση…» (σ. 10) και παρακάτω «Χτίσαμε, βαρβαρικώ τω τρόπω, τις πολυκατοικίες μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, ελέω της νομοθετημένης αθλιότητας που ονομάστηκε αντιπαροχή, καταστρέφοντας αρχιτεκτονικούς θησαυρούς, διαλύοντας οργανωμένα αστικά σύνολα, εγκιβωτίζοντας ποταμούς, αποδιοργανώνοντας την κοινωνική ζωή, ισοπεδώνοντας και καταστρέφοντας… [τα] ποιήματα και τα κατορθώματα ζωής ενός λαού!» (σ. 13). Επιτρέψτε μου, εδώ, να σας θυμίσω μια παρόμοια διαμαρτυρία του γνωστού ποιητή της Θεσσαλονίκης Ντίνου Χριστιανόπουλου:
Ήρθαν κύριοι με τσάντες και μεζούρες,
μέτρησαν το οικόπεδο, άνοιξαν χαρτιά,
οι εργάτες έδιωξαν τα περιστέρια,
ξήλωσαν το χαγιάτι, έριξαν το σπίτι,
σβήσαν ασβέστη μες στον κήπο,
φέραν τσιμέντο, στήσαν σκαλωσιές –
θα χτίσουν κι άλλη πολυκατοικία.
Ρίχνουν τα ωραία σπίτια ένα,
τα σπίτια που μας ανάστησαν από μικρά,
με τα φαρδιά παράθυρα, τις ξύλινες σκάλες,
με τα ψηλά νταβάνια, τις λάμπες στους τοίχους,
τρόπαια λαϊκής αρχιτεκτονικής.
Κατατρέχουν τη γραφικότητα,
τη διώχνουν διαρκώς στην πάνω πόλη,
εκπνέει σαν προδομένη επανάσταση,
σε λίγο δε θα υπάρχει ούτε στις καρτ-ποστάλ,
ούτε στη μνήμη και την ψυχή των παιδιών μας.
Αμέσως, πιο κάτω φαίνεται, ξεκάθαρα πλέον, η πολιτική θέση του Μάρκου Μπόλαρη, η οποία απορρέει, φυσικά, από τις προσωπικές του πεποιθήσεις και την προσωπική του ενεργό πορεία στην πολιτική: «Μνημονεύω ιδιαίτερα την Μελίνα Μερκούρη που ως Υπουργός Πολιτισμού στις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου επεδίωξε ξεχωριστή ευαισθησία, μέριμνα και αγάπη για τη σωτηρία της πλάκας, της Άνω Πόλης στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Μνημονεύω ξεχωριστά τον υπέροχο Αντώνη Τρίτση, που ως αρμόδιος Υπουργός παρενέβη σωστικά κι οραματικά για την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του αστικού τοπίου της Ελλάδας!…» (σ. 13)
Λίγα ακόμη παραδείγματα πολιτικού στοχασμού και κριτικής: α) «Ομηρικός απόπλους στο σώμα του καλοκαιριού»: «Κι ενώ η πικρίλα της αιθάλης, η δυσοσμία των απανθρακωμένων δασών από τις πρωτοφανείς σε έκταση πυρκαγιές δηλητηριάζουν ακόμη τον αέρα της πατρίδας μας και τα εσώψυχα της ύπαρξής μας, Κι ενώ οι εκ του προχείρου παρεμβάσεις της Υπουργού, που της ανατέθηκαν τα της Παιδείας, αλλά ασχολήθηκε με εμμονές σε διαδικασίες χάριν ποικιλώνυμων συμφερόντων, αγνοώντας παντελώς την Ουσία της Παιδείας, κατέληξαν σε ιλαροτραγωδία έτεκαν τραγέλαφο…» (σ. 48), αλλού κάνει λόγο και για συναρμόδιους Υπουργούς παραγωγικών Υπουργείων που μόνο με την ανάπτυξη και την παραγωγή δεν ασχολούνται, που δεν τους ενδιαφέρουν οι νέοι επιστήμονες και τα ταλέντα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην πρόοδο του τόπου, κάνει λόγο για τη συντριπτική ήττα της Δύσης στον πόλεμο του Αφγανιστάν και στη νέα κοσμοαντίληψη, για τα γεωστρατηγικά μεγαλόπνοα σχέδια του πληγωμένου μέσα στη χώρα του Ερντογάν, και μεσούντων όλων αυτών χαρακτηρίζει -ειρωνικά- ως ταξίδι αναψυχής την πρόταση για σαλπάρισμα στο Ιόνιο το τελευταίο σαββατοκκύριακο του Αυγούστου.
β) Διαμαρτύρεται για την πορεία της σύγχρονης κατάστασης και τους ιθύνοντες: Στο «Ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;» αναρωτιέται: «Πού πάμε; Σα μυγαράκι σφηνώθηκε στο μυαλό η αμφιβολία… τι κρίμα που διανοήθηκαν να ζητήσουν, να απαιτήσουν, να διεκδικήσουν… οι πνευματικοί Ταγοί μας… ένα στάτους… να μας τιμήσουν και ενδιαφερθούν…για την ανοσία της αγέλης! Ημών των ζώων» (σσ. 79-81).
γ) Κάνει προσεγγίσεις και κρίσεις σε σύγχρονα ιστορικά φαινόμενα και, πιθανόν, να έχει δίκιο ο Ευάγγελος Βενιζέλος, όταν λέει πως «αναβλύζει ο σπαραγματικός λόγος του συγγραφέα που συνδέει, συχνά απρόβλεπτα, τη μυθολογική γεωστρατηγική με την τρέχουσα στρατηγική» (βλ. https://www.e-vima.gr/parousiasi-vivliou-mpolaris): «και καθώς τούτες τις ημέρες κατακλύζεται ο τόπος και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από επιφωνήματα… -ευτυχώς υπάρχει κι η τεκμηριωμένη πολλαπλώς ιστορική προσέγγιση- για τη Γενοκτονία… Όχι, δεν δικαιούμαστε να μιλούμε για χαμένες Πατρίδες, ούτε για συνωστισμούς στην προκυμαία της Σμύρνης… Τις προαιώνιες Εστίες του ελληνικού πολιτισμού τις σεβόμαστε, αφού πρόκειται, και οφείλουμε να αποδεικνύουμε με πολιτικές την ιστορική μας επίγνωση για τις αλησμόνητες Πατρίδες των Αργοναυτών και των Μεγάλων Κομνηνών…» (σ. 122).
Από τα παραπάνω ελάχιστα παραδείγματα που ανέφερα, πιστεύω ότι ο Μάρκος Μπόλαρης δεν μπορεί να ονομαστεί «πολιτικά στρατευμένος» συγγραφέας, με την καθιερωμένη γραμματολογική έννοια. Δεν γίνεται όμως να είναι και αποστασιοποιημένος. Περισσότερο ανήκει στη μερίδα των σύγχρονων συγγραφέων οι οποίοι ενσκήπτουν και σχολιάζουν τις πολιτικές καταστάσεις της εποχής, όπως κάνουν λ.χ. πολλές φορές ο Γιάννης Πατίλης, ο Θωμάς Κοροβίνης, ο Λευτέρης Πούλιος, κ.ά. (Και αυτό είναι κάτι που γίνεται όχι εις βάρος της ποιητικής).
- Ιστορία: Οι σελίδες του βιβλίου είναι γεμάτες από αναδρομές, και από άλματα στο παρόν, σε κάθε φάση της ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας: Πρωτεύουσα θέση κατέχει, όπως είπαμε, ο Όμηρος, αλλά συναντούμε και το Βυζάντιο, και τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία. Όλα εξυπηρετούν την υπόθεση του κειμένου, με συνειρμούς, υπαινιγμούς, και άμεση ή έμμεση σύνδεση με τα τωρινά γεγονότα και βιώματα του συγγραφέα, ο οποίος δημιουργεί έτσι τη δική του μυθολογία για την Ελλάδα, για την πορεία και την τύχη του ελληνισμού.
- Καταναλωτισμός: Το θέμα αυτό δεν αφήνει ασυγκίνητο τον συγγραφέα. Στο «Με το νταούλι και με το ζουρνά» δίπλα στα εκατοντάδες, επτακόσια κι οχτακόσια σιργκιά των μικροπωλητών… που εμπορεύονται ρούχα κάθε είδους και γούστου, με καλλυντικά και αρώματα, κουζινικά και φωτιστικά, έπιπλα, βιβλία λογοτεχνίας και κηπουρικής, αγιοτικά και εκκλησιαστικά, καρπούς και μέλια, τυριά και κρέατα, παγωτά και μαλλί της γριάς, κτλ., συναντούμε τρακτέρ, άροτρα, αγροτικές μηχανές, καινούριες και μεταχειρισμένες, θερμοσίφωνες, αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες (σ. 36-37). Και πιο κάτω: «Για ψώνια κάθε λογής, χειμώνος επελαύνοντος, για αγορές σε καλές τιμές… για συμμετοχή σε μια διαδικασία κοινωνικοποίησης, σημείο συνάντησης για να ξανασμίξουν γερόντοι και νιούτσικοι, νοικοκυράδες κι ομορφοκοπελιές… γνωστοί καφενόβιοι και επιφυλακτικοί ανταγωνιστές, περιπολούντες δήμαρχοι και αδημονούντες δημοτικοί σύμβουλοι, συνοδευόμενοι βουλευτές, μετρημένοι παπάδες κι επίτροποι!» (σ. 37).
Σεβασμιότατε, κυρίες και κύριοι,
Από την ανάγνωση που σας έκανα, προσπάθησα να εντάξω τον συγγραφέα Μάρκο Μπόλαρη στους σύγχρονους συγγραφείς με αφορμή την κοινή θεματολογία τους. Η περιγραφή και ο λυρισμός που «χύνονται» κατακλυσμιαία μέσα στο βιβλίο του υπηρετούν άψογα την υπόθεση των ιστοριών του. Οι περιγραφικές εικόνες, που επανέρχονται στη λογοτεχνία μας, διακόπτονται σε εύστοχα σημεία, για να εκφράσει ο συγγραφέας, με συνειρμικό τρόπο, τις μνήμες, τα βιώματα, τα συναισθήματα, τον ψυχισμό, και, κυρίως, τον προβληματισμό του για τον τόπο. Έναν προβληματισμό ο οποίος δεν υπηρετεί και δεν προπαγανδίζει, έντονα τουλάχιστον, τη συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, αλλά που απηχεί την αγωνία όλων μας, επειδή ακριβώς στηρίζεται επάνω σε παρόμοια ή κοινά βιώματα και εμπειρίες. Και αυτό αποκτά μεγαλύτερη δύναμη, όταν τα δοκίμια του Μάρκου Μπόλαρη διαπλέκονται με μεγάλα και μικρότερα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος, με τον ορθόδοξο χριστιανισμό, με εντυπώσεις δοσμένες μέσα από τη θυμοσοφία του κόσμου ή μέσα από την προσεκτική παρατήρηση και αποτύπωσή τους χάριν της λογιοσύνης, της ικανότητας και, κυρίως, της καθιέρωσης επώνυμων κορυφαίων λογοτεχνών, κάθε εποχής, με τους οποίους διαλέγεται ο συγγραφέας μας και οι οποίοι τροφοδοτούν γόνιμα την έμπνευσή του.
Το βασικότερο χαρακτηριστικό της εποχής, και γι’ αυτό το άφησα τελευταίο, είναι ότι ο κάθε συγραφέας καθιερώνει εντελώς προσωπικό, και ανεξάρτητο, ύφος. Το ποιητικό σύμπαν του Μάρκου Μπόλαρη επαναφέρει στη συγγραφή τη φύση και το τοπίο, όχι δοσμένα μέσα από την σκληρή οπτική που επέβαλε η δεσποτεία του νατουραλισμού, αλλά μέσα από την ομορφιά και τη διαφάνεια, οι οποίες αποπνέουν μια αισιόδοξη διάθεση σε όλους μας, παρόμοια με εκείνη που κόμισαν στην τέχνη οι εμπνευστές της γενιάς του ’30, κυρίως, με τον Ελύτη. Ενώ, κάτω από τον λυρισμό και τη λεπτομέρεια της ζωής, όπως την προσλαμβάνει και την καταγράφει ο Μάρκος Μπόλαρης, ηχεί και δονείται, με συνειρμικό τρόπο πάντα, η αγωνία για τη φθορά και τη μοίρα του τόπου η οποία τόσο βασάνισε και τον Σεφέρη.
Σας ευχαριστώ!
Βασίλης Κλείτσας
Θρησκευτικοφιλολογικός Σύλλογος «Οι Τρεις Ιεράρχαι» Βόλου
Κυριακή 21-4-2024
