Πόσοι γνωρίζουμε ότι σαν σήμερα, στις 4.6.1878 η Κύπρος πουλήθηκε στην Μ. Βρετανία από τον Τούρκο Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίντ , έναντι 92.687 λιρών τον χρόνο;
Πέρασαν τόσα χρόνια από τη μυστική εκείνη συμφωνία της 4ης Ιουνίου 1878 η οποία υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η Κύπρος παραχωρήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Τα 307 χρόνια Οθωμανικής κατοχής που προηγήθηκαν, άφησαν την Κύπρο εξαθλιωμένη, σε πλήρη οικονομική και κοινωνική παρακμή και αποσύνθεση.
Η Μεγαλοβρετανική κατοχή διήρκησε έως το 1960.
Ασφαλώς, τα 307 χρόνια υπό τον Οθωμανικό ζυγό συνέλαβαν δραματικά στον εποικισμό της Κύπρου από μια μερίδα Τούρκων.
Γεγονός που συνδέεται άμεσα με την Τουρκική εισβολή του 1974.
Η έκβαση του ρωσοτουρκικού πολέμου, που έληξε με τη νίκη της Τσαρικής Ρωσίας εναντίον της Υψηλής Πύλης και την υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου στις 3 Μαρτίου 1878, άφησε δυσαρεστημένους του Μεγαλοβρετανούς που έψαχναν πάση θυσία ανατροπή των δεδομένων.
Οι μυστικές διαπραγματεύσεις διεξάγονταν παράλληλα με τις εργασίες για τη Συνθήκη του Βερολίνου η οποία υπεγράφη την 13η Ιουλίου 1878, και με την υπογραφή της, αναθεωρήθηκε ριζικά η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.
Προς έκπληξη όλων των Ευρωπαίων, στο Βερολίνο ανακοινώθηκε η σύμπραξη των Μεγαλοβρετανών και των αδίστακτων Οθωμανών, που παραχώρησαν την Κύπρο στα δόντια του Μεγαλοβρετανικού “Λέοντα”.
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τις συστηματικές απόπειρες των Οθωμανών για τη βίαιη εθνολογική αλλοίωση του πληθυσμού της Νήσου, τη στιγμή της σύναψης της μυστικής συμφωνίας, αυτός απετελείτο κατά 77% από Έλληνες και κατά 22% Τούρκους, ενώ σε αργότερη απογραφή το ποσοστό ήταν 81% Έλληνες και 18% Τούρκοι. Σε αρχικό στάδιο, οι Μεγαλοβρετανοί προχώρησαν στον διορισμό του πρώτου Νομοθετικού Συμβουλίου στο νησί της Κύπρου, το οποίο αποτελούσαν τρεις Άγγλοι ανώτεροι υπάλληλοι της αρμοστείας, ένας Τούρκος από τη Λευκωσία, ένας καθολικός από τη Λάρνακα και μόνο ένας Έλληνας…
Σε μια προσπάθεια «εκσυγχρονισμού», το 1881 προχώρησαν σε μεταρρύθμιση του Συμβουλίου, που απετελείτο αυτήν τη φορά από τον αρμοστή, έξι μόνιμα μέλη, κυβερνητικούς υπαλλήλους και δώδεκα μέλη, εκ των οποίων οι τρεις ήταν Μωαμεθανοί και εννέα Χριστιανοί Ορθόδοξοι.
Ο διαμοιρασμός αυτός του νομοθετικού σώματος επέτρεπε πρακτικά στους Άγγλους κυβερνητικούς να υποτάξουν πλήρως τους εννέα ορθοδόξους, αφού τις περισσότερες φορές βρίσκονταν σε αγαστή συνεργασία με τους Οθωμανούς, εξασφαλίζοντας πλειοψηφία των αποφάσεων.
Ως δικαιολογία γι’ αυτήν τη σύμπραξη, οι Βρετανοί προέβαλαν, όπως σήμερα έτσι και τότε, την ανάγκη μη «καταπιέσεως» της Οθωμανικής μειονότητας από τους Χριστιανούς Ορθοδόξους.
Οι ίδιες μεθοδεύσεις επιβλήθηκαν 80 περίπου χρόνια μετά, με το βέτο της Τουρκικής μειονότητας που παραχωρήθηκε από το δοτό Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, αλλά και την ισονομία κατά 50% των αποφάσεων που προνοούσε το σχέδιο Ανάν.
Είναι η ίδια απαράδεκτη ιδέα διακυβέρνησης που κυοφορείται και στα σημερινά σχέδια λύσης του Κυπριακού, στη βάση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.
Ο ολοένα και μεγαλύτερος πόθος των Κυπρίων Ελλήνων για ένωση με την μητέρα Ελλάδα στις αρχές του 20ού αιώνα προκάλεσε την εντύπωση του ίδιου του Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος ως Υφυπουργός Αποικιών δήλωσε μετά την επίσκεψή του στην Κύπρο:
«Νομίζω ότι είναι απλώς ΦΥΣΙΚΟ ο Κυπριακός λαός, ο οποίος είναι Ελληνικής καταγωγής, να αποβλέπει προς την ένωση της νήσου του με εκείνο το οποίο αποκαλεί Μητέρα Πατρίδα, ως προς ένα ιδεώδες το οποίον φλογερώς και με αφοσίωση ποθεί. Το αίσθημα αυτό είναι εκδήλωση του πατριωτικού εθνικισμού, ο οποίος τόσο χαρακτηρίζει το ευγενές Ελληνικό Έθνος», δήλωσε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ.
Αυτά τα λίγα για να μη ξεχνιόμαστε…


