Σήμερα θα σας γράψω μια ιστορία για έναν ηλίθιο λαό, που ας πούμε για να είναι η ιστορία πιο οικεία σε εμάς τους Έλληνες και να γίνει καλύτερα κατανοητή, ότι χρησιμοποιούσε Δραχμές.
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα χωριό, στη μέση του δάσους.
Ενός δάσους που ήταν γεμάτο με χελώνες.
Κάποια μέρα εμφανίστηκε στο χωρίο ένας έμπορος με τον βοηθό του.
Ο έμπορος, αφού ανέλυσε στους κατοίκους του χωριού τις ιατρικές και θεραπευτικές ιδιότητες, που είχε το καβούκι της χελώνας, τους πρότεινε να συνεργαστούν.
Σύμφωνα με την συμφωνία που έκανε ο έμπορος με τους χωριανούς, ο έμπορος θα προσέφερε 5 Δραχμές για κάθε χελώνα, που θα του έφερναν οι κάτοικοι του χωριού.
Καθώς το δάσος ήταν γεμάτο με χελώνες, τις πρώτες ημέρες, οι χωρικοί μάζεψαν πάρα πολλές χελώνες τις οποίες αγόρασε αμέσως ο έμπορος, καταβάλλοντας 5 Δραχμές για κάθε μια.
Ο πληθυσμός των χελωνών, μειώθηκε επικίνδυνα.
Οι χωρικοί χόρτασαν χρήματα και δεν έμπαιναν στον κόπο να πιάσουν τις υπόλοιπες χελώνες για 5 Δραχμές.
Τότε ο έμπορος τους πρότεινε να προσφέρει 10 Δραχμές για κάθε χελώνα.
Οι χωρικοί ξεχύθηκαν και πάλι στο δάσος και μάζεψαν κι άλλες χελώνες.
Λόγω της μεγάλης προσπάθειας τους, ο πληθυσμός των ελεύθερων χελωνών, έφτασε στα όρια της εξαφάνισης του είδους.
Τότε ο έμπορος μάζεψε στην κεντρική πλατεία του χωριού τους χωριανούς και τους είπε, ότι πρέπει να βρουν και την τελευταία χελώνα.
Και τους ανακοίνωσε, ότι θα πλήρωνε πλέον 50 Δραχμές για κάθε χελώνα και ότι θα ταξίδευε μέχρι την πόλη για δυο – τρεις ημέρες, για να φέρει Δραχμές για να τους πληρώσει.
Και πράγματι πήρε το αυτοκίνητο του και έφυγε από το χωριό, αφήνοντας όμως πίσω τον βοηθό του, με όλες τις χελώνες που είχε ήδη αγοράσει.
Οι χωρικοί, κοίταζαν και τις ξανακοίταζαν τις χελώνες που είχε τοποθετήσει ο έμπορος μέσα σε μια μια μεγάλη γυάλα που τις κρατούσε ο βοηθός και αισθάνονταν ηλίθιοι που τις είχαν δώσει προς 5 και 10 Δραχμές στον έμπορο, ενώ θα μπορούσαν να τις έδιναν σήμερα προς 50 Δραχμές τη μια.
Τότε ο βοηθός τους πλησίασε και τους είπε: «Αφού δεν υπάρχουν άλλες χελώνες στο δάσος, τι λέτε να σας πουλήσω αυτές στις χελώνες προς 40 Δραχμές τη μια; Όταν επιστρέψει ο έμπορος, του τις δίνετε προς 50 Δραχμές τη μία!»
Οι χωριανοί ενθουσιάστηκαν με την πρόταση των 50 Δραχμών ανά χελώνα μη καταλαβαίνοντας ότι και πάλι το κέρδος τους θα ήταν 10 Δραχμές.
Από εκεί που είχαν πληρωθεί από 5 έως 10 Δραχμές, ανά χελώνα, θα ελάμβαναν τώρα 50 ολόκληρες Δραχμές!
Άνοιξαν λοιπόν τα σεντούκια τους, πούλησαν τα ζώα τους, πούλησαν τα αγροτικά εργαλεία τους, δανείστηκαν από τα διπλανά χωριά και του έδωσαν 40.000 Δραχμές για να αγοράσουν τις 1.000 χελώνες που ήταν μέσα στη γυάλα. Και μετά από μία ημέρα, θα τις πωλούσαν ξανά στον έμπορο για 50.000 Δραχμές!
Όμως την επόμενη ημέρα, όχι μόνο δεν εμφανίστηκε ο έμπορος των χελωνών, αλλά είχε εξαφανιστεί και ο βοηθός του με τις 40.000 Δραχμές, που είχαν μαζέψει με τόσο κόπο οι χωρικοί.
Έχουν περάσει από τότε πολλά χρόνια, αλλά ο έμπορος δεν έχει εμφανιστεί ακόμα…
Το ηθικό δίδαγμα: Η απληστία των πολλών κάνει τον ένα πλούσιο!


