Ετυμολογία:
Τσαρλατάνος < μεσαιωνική ελληνική τσαρλατάνος < ιταλική ciarlatano / παλαιά ιταλική ciarlatano < ciarlatore (φλύαρος) + cerretano ((κυριολεκτικά) κάτοικος του Cerreto, (κατ’ επέκταση) ψευτογιατρός, κομπογιαννίτης).
Ουσιαστικό:
Τσαρλατάνος ~ αρσενικό
Αυτός που προσποιείται ότι έχει μαγικές ικανότητες ή γνώσεις γύρω από τη θεραπεία ασθενειών
≈ συνώνυμα: αγύρτης, ψευτογιατρός
γιατρός χωρίς επαρκές επιστημονικό υπόβαθρο και κατάρτιση
≈ συνώνυμα: κομπογιαννίτης
(γενικότερα) απατεώνας
Συγγενικές λέξεις:
Τσαρλατάνα
τσαρλατανιά
τσαρλατανισμός
Άλλες χρήσεις:
Κοροϊδευτικά, π.χ: Είσαι τσαρλατάνος.
Υποτιμητικά π.χ.: Ο δήμαρχος είναι τσαρλατάνος.
Ταινία του 1973 με τον Θανάση Βέγγο, “Ο τσαρλατάνος”
