Του Δημήτρη Βαλάντη Καραμπουρούνη.
Η αυτοκτονία αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα και οδυνηρά κοινωνικά φαινόμενα.
Ωστόσο, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστεί ως “πράξη απελπισίας”, δεν μπορεί να αποκρυβεί η σκληρή αλήθεια: σε πολλές περιπτώσεις, η αυτοκτονία μετατρέπεται στην πιο εγωιστική πράξη που μπορεί να διαπράξει ένας άνθρωπος.
Ιδίως όταν επιλέγεται ο θάνατος μέσω πτώσης από κτίρια ή άλλους δημόσιους χώρους, η πράξη αυτή δεν αφορά μόνο το άτομο, αλλά θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή αθώων ανθρώπων, περαστικών, παιδιών, ανυποψίαστων πολιτών που μπορεί να τους έρθει ο εγωιστής κυριολεκτικά στο κεφάλι και ή να τους σκοτώσει ακαριαία ή να τους αφήσει ανάπηρους ή να αποτελέσει ακόμη η εγωιστική αυτή πράξη, αγιάτρευτη ψυχολογικό τραύμα για όσους δουν το αποτρόπαιο θέαμα του “εγωστικού” πτώματος.
Δεν είναι πλέον προσωπική απόφαση, αλλά εν δυνάμει έγκλημα κατά της κοινωνίας.
Όταν κάποιος επιλέγει να πέσει στο κενό, δεν “φεύγει σιωπηλά”.
Μπορεί να καταπλακώσει έναν περαστικό, να σκοτώσει ένα παιδί που περπατά με τη μητέρα του, να προκαλέσει τραύματα ή ακόμη και αλυσιδωτά ατυχήματα.
Έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους επειδή βρέθηκαν τυχαία κάτω από το λάθος μπαλκόνι τη λάθος στιγμή.
Πού βρίσκεται τότε το “δικαίωμα στην επιλογή”;
Πώς μπορεί να αποκαλείται “πράξη απελπισίας”, όταν η απόφαση ενός ανθρώπου γίνεται εφιάλτης για αμέτρητους άλλους;
Η αυτοκτονία, σε αυτούς τους όρους, δεν είναι πράξη πόνου – είναι πράξη ακραίου εγωισμού!!!
Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η ψυχική καταστροφή που προκαλείται στους οικείους, στην οικογένεια, στους φίλους.
Όσοι μένουν πίσω βιώνουν όχι μόνο το πένθος, αλλά και την ενοχή, την απορία, την αέναη βασανιστική ερώτηση “τι δεν κάναμε σωστά;”.
Οι γονείς θρηνούν ένα παιδί που δεν αρρώστησε, αλλά διάλεξε να φύγει. Τα αδέλφια κουβαλούν το στίγμα. Τα παιδιά μεγαλώνουν με την πληγή ότι ο γονιός τους τα εγκατέλειψε. Αυτή η πράξη δεν λυτρώνει, γκρεμίζει ζωές!
Η αυτοκτονία παρουσιάζεται από ορισμένους ως “υπέρτατη ελευθερία”. Όμως, στην πραγματικότητα, είναι λιποταξία από τη ζωή.
Αντί για αγώνα, επιλέγεται η εγκατάλειψη. Αντί για ευθύνη, επιλέγεται η διαφυγή. Ο άνθρωπος που αυτοκτονεί δεν «λύνει» το πρόβλημα· το μεταφέρει στους άλλους.
Κυρίως, αρνείται να δει ότι καμία δοκιμασία δεν είναι μόνιμη, κανένα σκοτάδι δεν είναι αιώνιο.
Η επιλογή αυτού του δρόμου δεν αποτελεί πράξη θάρρους, αλλά δειλίας. Θαρραλέος είναι εκείνος που, ακόμη και πληγωμένος, συνεχίζει να παλεύει.
Στη θρησκευτική διάσταση, η αυτοκτονία θεωρείται βαρύ αμάρτημα.
Η ζωή δεν ανήκει στον άνθρωπο, αλλά δόθηκε από τον Θεό ως δώρο και ευθύνη.
Ο άνθρωπος που την αφαιρεί μόνος του, όχι μόνο αρνείται το Θείο σχέδιο, αλλά κλείνει ο ίδιος την πόρτα της Μετάνοιας.
Καμία πίστη, καμία Χριστιανική διδασκαλία, καμία ηθική αρχή δεν δικαιολογεί την αυτοχειρία. Ο αυτόχειρας δεν επιδεικνύει δύναμη· απορρίπτει τη Θεία Χάρη και αρνείται την ελπίδα.
Είναι καιρός η κοινωνία να πάψει να ρομαντικοποιεί την αυτοκτονία.
Δεν είναι ποιητική εικόνα, δεν είναι τραγικός ρομαντισμός, δεν είναι “ηρωική έξοδος”.
Είναι ρήξη με το καθήκον, είναι πράξη που πολλαπλασιάζει τον πόνο.
Ο δημόσιος χώρος δεν μπορεί να γίνει σκηνή προσωπικού δράματος, όταν γύρω υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται, παιδιά που παίζουν, οικογένειες που περπατούν.
Η κοινωνία οφείλει να προστατεύσει τους αθώους και να καταδικάσει όχι τον ψυχικά ασθενή, αλλά την επικίνδυνη πράξη που απειλεί άλλες ζωές.
Η πρόληψη, η ψυχολογική στήριξη, η κατανόηση των ψυχικών ασθενειών είναι απαραίτητες.
Όμως εξίσου απαραίτητη είναι η ηθική οριοθέτηση. Ο άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει ότι η ζωή του, όσο κι αν μοιάζει ανυπόφορη, δεν είναι ιδιοκτησία του σε βαθμό που να τη θέσει ως απειλή για τον άλλον. Ο πόνος δεν δίνει άδεια να σκορπιστεί πόνος.
Η αυτοκτονία δεν είναι λύση. Είναι μια πληγή που δεν κλείνει ποτέ. Μια κραυγή που δε σώζει, αλλά καταστρέφει και όσο συνεχίζουμε να τη “δικαιολογούμε”, τόσο θα αδικούμε τους αθώους – και τη ζωή την ίδια.
Τέλος ας πάψουμε να πολιτικοποιούμε την λιποταξία από τη ζωή κάποιου, διότι αν αυτός ο κάποιος αυτοκτόνησε για οικονομικούς λόγους τότε είναι ο πιο κατακριτέος στην πυραμίδα των λιποτακτών και σίγουρα δε φταίνε οι πολιτικοί για την απόφαση του αυτή.
Όλοι έχουμε περάσει οικονομικά προβλήματα, άλλοι ακόμη και τεραστίων διαστάσεων που φάνταζαν άλυτα προς στιγμήν, άλλοι βρέθηκαν να κοιμούνται σε παγκάκια μέσα στον δυνατό χειμώνα, άλλοι δεν είχανε να φάνε, άλλοι χρωστούσαν ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες Ευρώ, όμως δεν αυτοκτόνησαν και σίγουρα δε κατηγόρησαν κανένα πολιτικό για το προσωρινό κατάστημα τους, αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη για την προσωρινή κατάντια τους.
Και τέλος ας το δούμε και σε ψυχολογική βάση.
Ειμαι βαθιά πεπεισμένος ότι αυτός που αυτοκτονεί είναι ρυθμισμένος να το κάνει σχεδόν από την ώρα που γεννιέται.
Είναι μια ωρολογιακό βόμβα που ψάχνει αφορμή και ευκαιρία να εκραγεί.
Δυστυχώς αυτή είναι η ζοφερή αλήθεια για αυτούς τους ανθρώπους που αποτελούν το άκρον άωτον του εγωισμού.


