Η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να είναι σκληρή. Μπορεί να είναι ακόμη και προσωπική. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πολιτική κριτική και στην πολιτική απαξίωση — και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ, επέλεξε να την προσεγγίσει με τρόπο που δύσκολα περνά απαρατήρητος!
Αναφερόμενος στον Αντώνη Σαμαρά, ο πρωθυπουργός δήλωσε:
«Με αυτό το παιχνίδι, ο κύριος Μητσοτάκης, ο οποίος αμφισβητεί ευθέως τον πυρήνα της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της χώρας όπως αυτή ασκείται τα τελευταία χρόνια, εγώ δεν βλέπω κανένα απολύτως περιθώριο συνεννόησης».
Και στη συνέχεια πρόσθεσε, αναφερόμενος στην πολιτική διαδρομή του πρώην πρωθυπουργού:
«Ο κ. Σαμαράς υπηρέτησε τη χώρα ως Πρωθυπουργός, η παράταξη τον δέχτηκε πίσω, τον τίμησε, τον έκανε Πρωθυπουργό. Θέλω να πιστεύω ότι τελικά θα σκεφτεί καλύτερα την υστεροφημία του. Και διαθέτει αρκετή τεχνογνωσία, ξέρετε, στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη της Νέας Δημοκρατίας. Ελπίζω αυτή τη φορά να μην την αξιοποιήσει και να σκεφτεί καλύτερα την υστεροφημία του».
Η συγκεκριμένη φράση είναι αναμφισβήτητα βαριά. Και έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία ακριβώς επειδή δεν ειπώθηκε από έναν τυχαίο πολιτικό αντίπαλο, αλλά από τον πρωθυπουργό της χώρας για έναν πρώην πρωθυπουργό και ιστορικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας.
Η επίκληση της «τεχνογνωσίας» του Αντώνη Σαμαρά στο να κάνει «κακό» στην παράταξη αποτελεί μια ευθεία πολιτική αιχμή. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: εάν ένας άνθρωπος με αυτή την πολιτική διαδρομή διαθέτει πράγματι την ικανότητα να βλάψει τόσο αποτελεσματικά τη Νέα Δημοκρατία, γιατί άραγε η ίδια παράταξη τον επανέφερε στους κόλπους της, τον τίμησε και του ανέθεσε κορυφαίες κυβερνητικές ευθύνες;
Η ιστορία, άλλωστε, δεν διαγράφεται επειδή σήμερα οι πολιτικές διαδρομές έχουν χωρίσει.
Ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπήρξε εκείνος που, ως αρχηγός της ίδιας παράταξης, κυβέρνησε και κυβερνά τη χώρα. Και οι δύο αποτελούν κομμάτια της ίδιας πολιτικής ιστορίας, όσο διαφορετικές κι αν είναι πλέον οι θέσεις τους.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν οι δύο άνδρες συμφωνούν. Είναι απολύτως θεμιτό να διαφωνούν. Το ζήτημα είναι αν μια μεγάλη πολιτική παράταξη μπορεί να αντέξει τη διαφωνία χωρίς να μετατρέπει την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση σε προσωπική απαξίωση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Αν ο Σαμαράς «διαθέτει αρκετή τεχνογνωσία» για να κάνει κακό στη Νέα Δημοκρατία, τότε ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Αφορά και την ίδια την παράταξη: πόσο ισχυρή είναι ώστε να αντέχει τις διαφορετικές πρώην φωνές της; Πόσο σίγουρη είναι για την πολιτική της πορεία ώστε να μην αντιμετωπίζει κάθε εσωτερική διαφωνία ως απειλή;
Η «υστεροφημία» είναι, ασφαλώς, προσωπική υπόθεση κάθε πολιτικού.
Η υστεροφημία όμως μιας ολόκληρης παράταξης γράφεται διαφορετικά. Γράφεται μέσα από τη δυνατότητά της να συνθέτει, να ακούει και να διαφωνεί χωρίς να αυτοκαταστρέφεται.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο πολιτικό στοίχημα που αφήνει πίσω της η συγκεκριμένη αντιπαράθεση.
